29/9/07

ΑΠΩΝ Ο ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ


Όλο αυτό το διάστημα απέφευγα να τοποθετηθώ για το ζήτημα του βιβλίου ιστορίας της Στ’ δημοτικού όχι γιατί ήταν ένα θέμα που έκανε τσιζ, εξάλλου ποτέ δεν φοβήθηκα τις προκλήσεις, αλλά διότι υπάρχουν επιστημονικές προκείμενες γύρω από το θέμα που αδυνατούσα και αδυνατώ να πάρω θέση. Φυσικά τα πολιτικά ερωτήματα αλλά και τα ζητήματα που ανοίγονται από την εξέλιξη του θέματος επηρεάζει και θα επηρεάσει σύμπασα την κυρίαρχη πολιτική σκηνή.
Η εξέλιξη γύρω από την ιστορία της Στ’ δημοτικού φανερώνει την σύγκρουση ανάμεσα στους αποδομιστές( μεταμοντέρνους) κοσμοπολίτες και στους εθνικιστές. Δηλαδή ανάμεσα στις δυο αυτές πτέρυγες της κυρίαρχης ιδεολογίας που διεκδικούν επιστημονική τεκμηρίωση αλλά πολιτική νομιμοποίηση.
Πτέρυγες που έχουν άμεση σχέση με το πώς βλέπει η ελληνικός καπιταλιστικός σχηματισμός την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Με το όπως δηλαδή είναι έτοιμος να προσαρμοσθεί στην νέα καπιταλιστική πραγματικότητα και με το πώς μικροαστικά αλλά ακόμη και εργατικά στρώματα μπορούν να ενσωματωθούν και με ποιους όρους μπορεί να γίνει αυτή η ενσωμάτωση, εάν μπορούν να ενσωματωθούν σε αυτή την νέα καπιταλιστική πραγματικότητα. Γιατί όπως είναι προφανές ενσωμάτωση δεν σημαίνει η διαμεσολάβηση της μουγκαμάρας του κοινωνικού φόβου και της κοινωνικής ανασφάλειας αλλά τα συμφέροντα τους να αντιπροσωπεύονται στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας έστω και σε χαμηλότερη θέση ισχύος στην καπιταλιστική ιεραρχία.
Η προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ στην λογική της προσαρμογής στην οικονομία της αγοράς και της συμμαχίας με τους εκσυγχρονιστές αποδομιστές γύρω από την μεταρρύθμιση στην παιδεία(οι 1000 της Γιαννάκου) δοκίμασε ένα ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στους εθνικιστές και τους αποδομιστές, ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις παγκόσμιες αυτοκρατορικές προσταγές και τα εθνικιστικά φαντασιακά και απέτυχε. Μόνο που αυτή την αποτυχία την πλήρωσε η Γιαννάκου αλλά και το ΠΑΣΟΚ ως το ρεύμα του εκσυγχρονιστικού ευρωπαϊσμού. Αντίθετα η ενίσχυση του ΚΚΕ, ΛΑΟΣ, αλλά και ως ένα σημείο του ΣΥΡΙΖΑ είναι ενίσχυση των κριτικών και πολεμικών αντιλήψεων απέναντι στο παγκόσμιο αποδομιστικό παράδειγμα, αν και δεν πρόκειται για αντιλήψεις που ψάχνουν μια νέα χειραφετική σύνθεση πέρα από τον μοντέρνο και το μεταμοντέρνο. Είναι απόλυτα ενσωματωμένες στο σχετικιστικό σύμπαν που τα πάντα επιτρέπονται αν και ως συνήθως «αυτός που έχει μαχαίρι τρώει πεπόνι»
Ιδιαίτερα η ενίσχυση της ακροδεξιάς, η ενίσχυση του ΛΑΟΣ έδειξε το δρόμο που ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση του Καραμανλή για να εξασφαλίσει πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες στο επίπεδο του εποικοδομήματος ανοίγοντας το δρόμο για την επίθεση στα πολύμορφα λαϊκά συμφέροντα. Με την απόσυρση του βιβλίου της Στ’ δημοτικού αλλά και με την αδιάλλακτη θέση της στο ζήτημα της fyrom-«ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» η ΝΔ καλύπτει τα νότα της προς τα δεξιά για να επιτεθεί προς τα αριστερά της.
Προωθώντας ένα εθνικισμό που όχι μόνο θα στέκεσαι εμπόδιο στον νεοφιλελευθερισμό αλλά θα διαμορφώνει μια τέτοια κυρίαρχη ιδεολογία, προσαρμοσμένη στα μέτρα της νέας τάξης πραγμάτων που θα εξηγεί και θα δικαιολογεί τις εθνικιστικές ανοησίες στο όνομα του καλού της εθνικής οικονομίας. Που όπως είναι γνωστό δεν είναι τίποτε άλλο από το καλό των ελλήνων καπιταλίστων.
Αυτό που έλειπε από την ιστορία του βιβλίου της ιστορίας της ΣΤ’ δημοτικού είναι ένας σαφής διεθνιστικός λόγος που θα διαχωριζόταν τόσο από τον αποδομίστικο κοσμοπολιτισμό όσο και από τον εθνικισμό. Αυτό που έγινε είναι οι αντιεθνικιστικοί κύκλοι της αριστεράς να συμμαχήσουν με τους αποδομιστές, την στιγμή που την ίδια περίοδο η αριστερά των κινημάτων είχε ανοίξει πόλεμο μαζί τους για το ζήτημα της μεταρρύθμισης και η αντιιμπεριαλιστική πτέρυγα ζήτησε την απόσυρση του βιβλίου συντασσόμενη, αντικειμενικά, με τους εθνικιστές.
Εξάλλου η πρώτη συνεχίζει να έχει αυταπάτες για τον αντικειμενικά προοδευτικό ρόλο υπερκρατικών ολοκληρώσεων(ΕΕ) ενώ η δεύτερη πτέρυγα συνεχίζει να βλέπει ίσως με άλλο τρόπο και μορφή την αντίληψη του «σοσιαλισμού σε μόνο μια χώρα» και τον εθνοκεντρικό της χαρακτήρα.
Ένα βιβλίο ιστορίας δεν μπορεί πάρα να εκφράζει την κυρίαρχη ιδεολογία και το πώς αυτή ενσωματώνει πλευρές των λαϊκών συμφερόντων και αναγκών, που στην παρούσα φάση αυτά τα λαϊκά συμφέροντα αδυνατεί η κυρίαρχη ιδεολογία να τα ενσωματώσει. Για αυτό το λόγο ο εθνικισμός πάντα ήταν ένα ύστερο εργαλείο για να εκτρέψει αυτό λαϊκό παράγοντα και την δυναμική που αυτός δημιουργεί σε ακίνδυνους για το σύστημα δρόμους.
Εν τέλει η απόσυρση του βιβλίου αποτελεί ολοφάνερη νίκη των εθνικιστικών κύκλων και σε αυτό δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρός αντίλογος, ένα γεγονός που σηκώνει τον πήχη της ιδεολογικής και πολιτικής σύγκρουσης με την ακροδεξιά και την ΝΔ μέσα σε ένα πλαίσιο που ενισχύονται τα άκρο, όποτε είναι αναγκαιότητα να ενισχυθεί ο διεθνιστικός επαναστατικός λόγος.
Αυτό που θα μπορούσε με ένα συγκροτημένο τρόπο να κάνει ένα επαναστατικό διεθνιστικό κίνημα , εάν υπήρχε τέτοιο, είναι να αποκαλύψει σε όλο το εύρος του τις αντιφάσεις της σύγκρουσης κοσμοπολιτών-εθνικιστών, προτάσσοντας συνολικότερα ένα άλλο απελευθερωτικό πολιτισμό που θα περιέκλειε και μια θέση για το ζήτημα των βιβλίων γενικά και για το ζήτημα της «αντικειμενικότητας» της επιστήμης.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

26/9/07

ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ


Σε μια πρώτη ανάγνωση στις εκλογές ο ελληνικός λαός σοφά αποφάσισε. Αποδυνάμωσε την ΝΔ, τιμώρησε το ΠΑΣΟΚ για την μη-αντιπολίτευση του, ενίσχυσε τα πιο μικρά κόμματα της αριστεράς(ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ) αλλά και της δεξιάς (ΛΑΟΣ), ως ψήφο ανοικτής και αντιφατικής διαμαρτυρίας. Τέλος αγνόησε επιδεκτικά, τις δυνάμεις της «άλλης» αριστεράς που πρωταγωνιστούν στους κοινωνικούς αγώνες αλλά αδυνατούν «γειώσουν» τον στρατηγικό και τακτικό λόγο τους.
Σε μια δεύτερη όμως ανάγνωση τα αποτελέσματα των εκλογών αναδεικνύουν και αποδεικνύουν την αδυναμία των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων να ενσωματώσουν τις ευρύτερες λαϊκές μάζες στα διακυβεύματα τους. Αλλά και την αδυναμία της αριστεράς να «πείσει» στρατηγικά , παρόλο που ως ένα σημείο βραβεύτηκε για την αγωνιστική της στάση ή εικόνα. Ενώ η ψήφος προς το ακροδεξιό ΛΑΟΣ αντανακλά την κοινωνική ανασφάλεια και τον φόβο που κυριαρχεί σε μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού.
Και εδώ ας μείνουμε λίγο. Όπως έδειξε μια έρευνα το 50% του ελληνικού λαού είναι απαισιόδοξο για το μέλλον του, ένα γεγονός που αποτελεί το υπόβαθρο για την άνοδο της ακροδεξιάς, όσο και για την ψήφο της αριστερής διαμαρτυρίας προς το ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ και λιγότερο προς την άκρα αριστερά.
Ταυτόχρονα όμως αποτελεί το υπόβαθρο της αποτυχίας των δυνάμεων της «άλλης» αριστεράς και ιδιαίτερα του ΜΕΤΩΠΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ(ΜΕ.Ρ.Α). Αποτυχία των πολιτικών δυνάμεων που μιλάνε στο όνομα της αισιόδοξης προοπτικής της υπέρβασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της οικοδόμησης μιας κομμουνιστικής κοινωνίας και όχι απλώς μιας «λαϊκής εξουσίας», της μισής αντίστασης ή ενός κινηματισμού που ξέρει να κρύβει καλά τον κυβερνητισμό.
Μια αισιόδοξη προοπτική που φαντάζει ουτοπική ενισχυμένη και από το υπεραριστερό και γενικόλογο λόγο του ΜΕ.Ρ.Α που έχει αποτύχει να συγκεκριμενοποιήσει και να «γειώσει» τον πραγματικά προχωρημένο λόγο του. Παρόλο που οι αγωνιστές του στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων έχουν καταφέρει να στρατεύσουν και να εμπνεύσουν μάζες αγωνιστών, π.χ το κίνημα των δασκάλων πέρυσι με την προχωρημένη διεκδίκηση «1400 € βασικό μισθό, 1400€ για όλο το λαό».
Στην εκλογική μάχη όμως πως μπορεί να εμπνεύσει ένα γενικόλογο σύνθημα για αντικαπιταλιστική επανάσταση και κομμουνιστική επαναθεμελίωση σε στιγμές άμυνας και υποχώρησης των λαϊκών μαζών και σε τι διαφέρει αυτό από αυτά που λέει το ΚΚΕ ή από αυτά που λέει ο μ-λ χώρος; Για τον πολύ κόσμο οι διαφορές των αριστερών δυνάμεων φαντάζουν βυζαντινολογίες και δυστυχώς για την αριστερά και τους αριστερούς ως ένα σημείο έχουν και δίκαιο.
Όσο για τον κόσμο του αγώνα , των κινημάτων, των καταλήψεων και των συγκρούσεων με το κράτος και τον Καραμανλή τους έφτανε η αποτυχία της δημιουργίας ενός ενωτικού ψηφοδελτίου της αντικαπιταλιστικής- αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς για να μην πάνε να ψηφίσουν ή για να το ρίξουν λευκό και άκυρο ή για ψηφίσουν δίχως αυταπάτες ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ. Δικαιώνοντας αυτούς που μέχρι την τελευταία στιγμή επέμεναν στην γραμμή της ενότητας της αντικαπιταλιστικής-αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς.
Στο χώρο της «άλλης» αριστεράς και ιδιαίτερα στο ΜΕ.Ρ.Α και του ΝΑΡ πρέπει να ανοίξει ένας σοβαρός διάλογος για το παρόν και το μέλλον του χώρου μόνο που τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα και δεν μας περιμένουν να αποφασίσουμε το τι φταίει και πως το αντιμετωπίζουμε.
Τα πράγματα είναι συγκεκριμένα: Έχουμε κυβέρνηση την λαβωμένη ΝΔ, που ως λαβωμένο ζώο μπορεί να επιτεθεί με μεγαλύτερη ένταση ενάντια στα λαϊκά και εργατικά συμφέροντα. Έχουμε το διαλυμένο ΠΑΣΟΚ να χάνει και από τα δεξιά του, γιατί αδυνατεί να βρει ένα Μπλερ αλλά και από τα αριστερά του καθώς η εποχή της ριζοσπαστικής μεταπολιτευτικής αθωότητας έχει οριστικά παρέλθει και ο Α. Παπανδρέου έχει μετατραπεί σε κέρινο ομοίωμα στο μουσείο της μαντάμ Τισώ.
Έχουμε μια αριστερά που αμφιβάλω εάν μπορεί να μετατρέψει το 13% των ψήφων που πήρε σε μέτωπο αγώνα, μέτωπο αντίστασης, μέτωπο νίκης και προοπτικής, με φανερό τον κίνδυνο να ξαναγίνουν κυβερνητικά καύσιμα στο αστικό μπλοκ εξουσίας ή ψήφοι στην ακροδεξιά.
Τα αδιέξοδα για τις λαϊκές μάζες είναι εμφανή, μα από αυτούς που δεν έχουν καμία ελπίδα γεννιέται η ελπίδα για ένα διαφορετικό αύριο και όχι από τις πολιτικές δυνάμεις που έχουν εδώ και πολύ καιρό μετατραπεί σε ανάχωμα των κοινωνικών δυναμικών, σε ανάχωμα των επαναστατικών τάσεων.
Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται αυτόματα και το τυχαίο θέλει και την αναγκαιότητα του. Οι φοβισμένες λαϊκές μάζες δεν πρόκειται από μόνες τους να τα ανατρέψουν όλα και αν το κάνουν θα΄ναι για να ανεβάσουν κάποιο λαϊκιστή «Βοναπάρτη» δεξιού ή αριστερού τύπου και όχι για να αυτοαπελευθερωθούν. Η δράση των συνειδητών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων είναι αναγκαία και επιβεβλημένη όσο ποτέ άλλοτε. Συνειδητές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θα εκφέρουν το ριζικά νέο για να πείσουν, και εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα. Αυτά προς το παρόν και θα επανέρθουμε με συγκεκριμένες προτάσεις

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

ΕΘΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ



«..Το προλεταριάτο, που εξεγέρθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς, επωμίστηκε δύο καθήκοντα, ένα πανεθνικό και ένα ταξικό: Την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Γερμανούς εισβολείς και τη σοσιαλιστική απελευθέρωση των εργατών από τον καπιταλισμό. Το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κομμούνας βρίσκεται σ' αυτήν ακριβώς τη συνένωση των δύο καθηκόντων.
Η αστική τάξη είχε σχηματίσει τότε «κυβέρνηση εθνικής άμυνας» και το προλεταριάτο βρέθηκε υποχρεωμένο να παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης αυτής. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση αυτή ήταν κυβέρνηση «προδοσίας του λαού», που αποστολή της θεωρούσε την πάλη ενάντια στο προλεταριάτο του Παρισιού. Το προλεταριάτο, όμως, τυφλωμένο από πατριωτικές αυταπάτες, δεν το καταλάβαινε αυτό. Η πατριωτική ιδέα έχει προέλευσή της ακόμη από τη μεγάλη επανάσταση του XVIII αιώνα. Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας και ο Μπλανκί, λόγου χάρη, αναμφισβήτητα επαναστάτης και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δε βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: «Η πατρίδα σε κίνδυνο!». Το μοιραίο λάθος των Γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. Ο Μαρξ ακόμη στο μανιφέστο της Διεθνούς, το Σεπτέμβρη του 1870, έκανε προσεκτικό το γαλλικό προλεταριάτο, τονίζοντάς του ότι δεν πρέπει να παρασύρεται από την ψεύτικη εθνική ιδέα: Βαθιές αλλαγές έχουν συντελεστεί από τον καιρό της μεγάλης επανάστασης, οι ταξικές αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, κι αν τότε ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση ολόκληρης της Ευρώπης είχε συνενώσει ολόκληρο το επαναστατικό έθνος, τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να συνδέει τα συμφέροντά του με τα συμφέροντα των άλλων, των εχθρικών του τάξεων. Η αστική τάξη ας έχει την ευθύνη για την εθνική ταπείνωση, έργο του προλεταριάτου είναι ν' αγωνιστεί για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό της αστικής τάξης.»
Β. Ι. ΛΕΝΙΝ-Τα διδάγματα της Κομμούνας

Το 2007 κλείνουμε 90 χρόνια από την μεγάλη σοσιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση που οδήγησε στην δημιουργία της ΕΣΣΔ. Του πρώτου κράτους των εργατών – αγροτών που οι εμπνευστές του πίστευαν πως ήταν η πρώτη σπίθα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης που θα αγκάλιαζε όλο τον πλανήτη. Μια επανάσταση που θα έδινε τέλος στο βάρβαρο καπιταλιστικό σύστημα. «Αλλά άγνωστες οι βουλές του Αλλάχ», όπως λέει και ένα τραγούδι˙ η πρώτη απόπειρα για το πέρασμα σε μια ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία έμεινε στα μισά του δρόμου και οι συντηρητικές γραφειοκρατικές δυνάμεις της ΕΣΣΔ επέλεξαν σε βάρος της συμμαχίας των εργατών – αγροτών, στο όνομα της «σοσιαλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης» κατά αρχήν και ύστερα του «σοσιαλισμού σε μια χώρα», να οικοδομήσουν ένα υβρίδιο γραφειοκρατισμού- καπιταλισμού- ολοκληρωτισμού με ημερομηνία λήξης. Μια λήξη που θα έρθει 70 χρόνια αργότερα που θα σήμανε και την ολοκλήρωση του βιοπολιτικού κύκλου του κομουνιστικού κινήματος του 20ου αιώνα.
Μια από τις αιτίες που καθόρισαν την μοίρα της σοσιαλιστικής Οκτωβριανής Επανάστασης όσο και των μετασοβιετικών εξελίξεων είναι το εθνικό ζήτημα. Είναι εξίσου γνωστό πως την κατάρρευση των γραφειοκρατικών καρικατούρων σοσιαλισμού την ακολούθησε μια όξυνση των εθνικιστικών παθών με αιματηρά αποτελέσματα. Το παράδειγμα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας είναι πολλαπλά γνωστό. Εθνικιστικά πάθη που υποδαυλίσθηκαν από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και από την ανάγκη των εθνικών γραφειοκρατιών να «σημαδέψουν» τον γεωγραφικό – εθνικό τους χώρο με στόχο την μετατροπή τους σε κλασικές αστικές τάξεις, ενσωματώνοντας τα λαϊκά στρώματα που αναζητούσαν και αναζητούν «εχθρούς» να ρίξουν τις ευθύνες των τραγωδιών τους.
Ύστερα από το «σωτήριο έτος» 1991, ο κόσμος για πολλούς μελετητές μπήκε σε μια νέα φάση που πρωτεύον χαρακτηριστικό της είναι η παγκοσμιοποίηση, κύρια των οικονομικών χαρακτηριστικών, αλλά και των πολιτικών και πολιτιστικών προκείμενων. Παγκοσμιοποίηση που καθορίζεται από τις ανάγκες της κερδοφορίας των πολυεθνικών, υποβοηθούμενη από την τεραστία ανάπτυξη νέων παραγωγικών δυνάμεων. Παγκοσμιοποίηση που αύξησε τις κοινωνικές αδικίες. Που έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους.
Αυτή η ριζικά νέα πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από την τάση υπέρβασης των εθνικών κρατών, από την κρίση ταυτότητας τους αλλά ταυτόχρονα από την ανάδυση νέων εθνικών κρατών και από τον αγώνα εθνοτήτων και εθνικών ομάδων για την συγκρότηση νέων εθνικών κρατών( Κούρδοι, παλαιστίνιοι.. κτλ). Την ίδια στιγμή εθνικές μεταεθνικές και κρυφοεθνικές ταυτότητες μετατρέπονται σε πεδία αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση, αλλά και τόποι επιστροφής σε προκαπιταλιστικά πολιτισμικά μοτίβα. Οπως γράφει και ο Ουμπέρτο ‘Εκο στο τελευταίο βιβλίο του «Με το βήμα του κάβουρα - Θερμοί πόλεμοι και λαϊκισμός των ΜΜΕ- Ελληνικά Γράμματα-2006» ειναι σαν η ιστορία να κουράστηκε απο την ξέφρενη πορεία και να επίστρεψε σε μια αντίληψη ταυτότητας.
Τι συμβαίνει άραγε; Πρόκειται για την τελευταία πράξη αντίστασης του εθνικού κράτους απέναντι στην ισοπεδωτική δυναμική της παγκοσμιοποίησης. Ή πρόκειται για μια ενότητα αντίθετων στην οποία η τάση της παγκοσμιοποίησης των οικονομικών, πολιτικών και παραγωγικών συντελεστών θα συνεπάρχει για μακρό διάστημα με την τάση της εθνικής συγκρότησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών; Και ποιος ο ρόλος μιας κομμουνιστικής επαναθεμελιωτικής πρότασης, εάν μπορεί να ξαναυπάρξει τέτοια, σε σχέση με τα εθνικά ζητήματα. Σε αυτή την μικρή εργασία θα δοκιμάσουμε να ιχνηλατήσουμε τις σχέσεις εθνικού και αριστεράς στις νέες συνθήκες της κατάρρευσης του κομμουνιστικού προτάγματος του 20ου αιώνα και της παγκοσμιοποίησης εν μέσω μιας αυτοκρατορικής και νεο-ιμπεριαλιστικής τρομοκρατικής υστερίας.

«Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα» Κ.ΜΑΡΞ

Η σχέση του εθνικού ζητήματος και της κομμουνιστικής αριστεράς δεν ήταν και ούτε είναι εύκολη. Φύση και θέση διεθνιστική η κομμουνιστική αριστερά δυσκολεύεται να προσεγγίσει τα εθνικά ζητήματα τα οποία εν πολλοίς τα αντιμετωπίζει ως αγγαρεία που την βγάζουν από το σίγουρο(;;) αλλά και γνωστό(;;)μονοπάτι της κυρίαρχης αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία. Κατά πολλούς θεωρητικούς, μια «μαύρη τρύπα» στην θεωρία της κομμουνιστικής χειραφέτησης. Παρόλο που κατά άλλους, υπήρξαν «σημαντικές και γόνιμες συνεισφορές» , που ιστορικοπολιτικά συντέλεσαν σε «ιστορικές διακλαδώσεις» το εθνικό να ανοίξει το δρόμο προς το ταξικό(κομμούνα 1871- Οκτώβρης 1917). Υπήρξαν όμως και αντίθετα γεγονότα που το εθνικό εγκλώβισε το ταξικό.( Δεκέμβριος 1944). Ενώ σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να ξεχνάμε το «μακεδονικό» και την Κύπρο που καθόρισαν την πορεία της ελληνικής αριστεράς. Προβλήματα που έως τα σήμερα στέκονται εμπόδιο στην αγωνιστική συνάντηση των λαϊκών τάξεων στην ευρύτερη βαλκανική.
Για αυτό το λόγο, σε αυτό το σημείο, με βάση τις ιστορικές και πολιτικές πηγές θα προσεγγίσουμε τις απόψεις των κομμουνισμών του 20ου αιώνα για το εθνικό ζήτημα. Εκκινώντας από τις σχέσεις εθνικού και μαρξισμού από την αρχή της τολμηρής και επικής περιπέτειας του μαρξισμού ως μάχιμου εργαλείο των καταπιεσμένων τάξεων.
Ο Κ. Μαρξ και ο Φ. Ένγκελς για την συντριπτική πλειοψηφία των μελετητών τους, δεν ανέπτυξαν μια ολοκληρωμένη θεωρία για το έθνος. Ιστορικά αισιόδοξοι για την δυνατότητα των προλεταρίων να υπερβούνε τον καπιταλισμό, μια αισιοδοξία που απόρρεε από την δυναμική του καπιταλισμού να ενοποιήσει τον πλανήτη, έδωσαν έμφαση στον ανταγωνισμό κεφάλαιο-εργασία. Θεωρώντας το προλεταριάτο,«ως παγκοσμια τάξη που δεν είναι πια εθνική και που έχει κοινά ιστορικά –παγκόσμια χαρακτηριστικά, μπορεί να οδηγήσει στην εδραίωση μιας παγκόσμιας κοινωνίας όπου θα σαρωθούν οι εθνικοί διαχωρισμοί» .
Ο εργατικός διεθνισμός του Κ. Μαρξ- Φ. Ένγκελς όχι μόνο δεν ταυτίζεται με τον αστικό κοσμοπολιτισμό αλλά έρχεται σε ανοικτή σύγκρουση μαζί του. Ο μαρξικός διεθνισμός απορρέει από μια ενεργή καθολικότητα που εχει την δυνατότητα να δημιουργήσει με υλικούς ορούς μια παγκόσμια κοινωνία αδερφοσύνης, ισότητας και ελευθερίας ενώ ο αστικός κοσμοπολιτισμός είναι μια ψευδοκαθολικότητα που βασίζεται στην δυναμική των αγορών και την αντικειμενική και παγκόσμια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Πρόκειται για το ένα κεφάλι ενός εμπορευματοποιημένου Ιανού, με το άλλο κεφάλι να είναι ο εθνικισμός που βάζει τους προλετάριους να σκοτώνονται για τα σύνορα και τα ψευδοεθνικά ιδεώδη.
Μόνο με την παγκόσμια κομμουνιστική επανάσταση το προλεταριάτο μπορεί να υπάρξει ως ενεργή και συγκεκριμένη καθολικότητα και η ιστορία να γίνει παγκόσμια. «Το προλεταριάτο μπορεί να υπάρξει μονάχα παγκοσμια-ιστορικά, όπως και ο κομμουνισμός , η δραστηριότητα του προλεταριάτου , μπορεί να έχει μονάχα μια ‘’παγκοσμια-ιστορική’’ ύπαρξη..»
Παίρνοντας υπόψην το γνωστό χώριο από το «κεφάλαιο» ο Κ. Μαρξ «Η βιομηχανικά πιο αναπτυγμένη χώρα δείχνει στην λιγότερο αναπτυγμένη απλώς την εικόνα του μέλλοντος της..» , καταλογίζουν στο Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς, ιδιαιτερα αυτής της φάσης, ενα ριζοσπαστικοποιημένο ευρωκεντρισμό. Παρόλο που είναι γνωστό πως σε πολλά σημεία, είναι ιδιαιτερα οξυμένη η κριτική των Κ. Μαρξ- Φ. Ένγκελς απέναντι στον ευρωκεντρισμό, που παρουσίαζε «τις αποικιακές κατακτήσεις σαν ‘’εκπολιτιστικές αποστολές’’… Όσο αφορά την βρετανική αποικιοποίηση της Ινδίας, ο Μαρξ συνέκρινε την ‘’ανθρώπινη πρόοδο’’ με ένα ‘’απαίσιο ειδωλολατρικό θεό που ήθελε να πίνει το νέκταρ παρά μέσα από κρανία σφαγμένων ανθρώπων’’..»

Το σχήμα των «μη-ιστορικών λαών» : διαλεκτική ή γραμμικότητα

Αμφιλεγόμενη άποψη βέβαια για πολλούς μελετητές είναι η χεγκελιανή προελεύσεως, άποψη του Φ. Ένγκελς αλλά και ως ένα σημείο και του Κ.Μαρξ για τους μη-ιστορικά λαούς, αναφερόμενος κατά βάση στους νότιους σλάβους αλλά και στους Κέλτες, βρετόνους, βάσκους, τους «γίντις» εβραίους της Ανατολικής Ευρώπης. Θεωρώντας πως: «..’’Δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που να μην έχει σε κάποια γωνιά της ένα ή και περισσότερα ερείπια λαών.. τα απομεινάρια ενός αρχαιότερου πληθυσμού που καταπιέστηκε και υποδουλώθηκε από το έθνος που έγινε ο κύριος φορέας της ιστορίας.., όπως λέει και ο Χέγκελ, αυτά τα υπολείμματα των λαών πάντα θα γίνονται φανατικοί σημαιοφόροι της αντεπανάστασης..’’» Με αυτό τον τρόπο ο Φ. Ένγκελς κριτίκαρε την αντεπαναστατική στάση των σλάβων να στηρίξουν το τσάρο κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1848.
Ένα λάθος που κατά τους επικριτές του Φ. Ένγκελς οφείλετε στην υποταγή του στο γραμμικό εξελικτισμό και στο ευρωκεντρισμό του. Ο Μ.Λεβί αλλά και πιο πριν ο Ρ. Ροσντόλσκι θεώρησαν πως «Αντί να συλλάβει, με την μαρξιστική μέθοδο, τις κοινωνικές ρίζες του πανσλαβικού κινήματος, ο Ένγκελς χάραξε ένα χάρτη της Ευρώπης βασισμένο σε δυο κατηγορίες: «τα επαναστατικά έθνη» και τους «λαούς χωρίς ιστορία»..»
Ο Αντώνης Λιάκος, στο βιβλίο του: «Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο» πάει ακόμη πιο μακριά την κριτική για τα «μη-ιστορικά έθνη» όπως μεταφράζει την άποψη του Φ. Ένγκελς «για μη ιστορικούς λαούς» , σημειώνοντας πως αυτές οι απόψεις «δεν γίνεται να διαβαστούν χωρίς την κατοπινή εμπειρία των Ολοκαυτώματος και των γενοκτονιών του 20ου αιώνα…Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η χεγκελιανή σκέψη εμφανίζει και δικαιολογεί μια ισχυρή ιεραρχία λαών και πολιτισμών η οποία καθορίζει και την μορφή και το περιεχόμενο της φιλοσοφίας της ιστορίας..» Εκφραζωντας την άποψη ο Αντώνης Λιάκος πως: «έχουν δίκαιο όσοι υποστηρίζουν ότι οι εξαιρέσεις αυτές[για τους νότιους σλάβους] υπονομεύουν την θέση ότι οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν μια ολοκληρωμένη θεωρία για τα έθνη . Αντίθετα δείχνουν ότι καθόριζαν την στάση τους με βάση την πολιτική στρατηγική» . Κάτι που δεν είναι ολότελα λάθος αλλά δεν βρίσκεται εκεί η ουσία των πραγμάτων.
Μια τελείως διαφορετική άποψη εκφράζει ο έλληνας στοχαστής και επαναστάτης Σάββας Μιχαήλ στο άρθρο του «Ο Ένγκελς και η μη γραμμική αντίληψη της ιστορίας. Για το ζήτημα των ‘’μη ιστορικών λαών’’» . Σε αυτό το άρθρο ο συγγραφέας υποστηρίζει πως: «η θεωρία των ‘’μη-ιστορικών λαών’’ ..ενισχύει τον μη-γραμμικό χαρακτήρα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και ακόμη , αποκτά ιδιαίτερα επίκαιρη αξία σήμερα ,μπροστά στο φαινόμενο της αναζωπύρωσης των εθνικισμών, μετα τις καταρρεύσεις του 1989-91 και την τραγωδία στην Γιουγκοσλαβία κα τα βαλκάνια» Ας μείνουμε για λίγο παραπάνω σε αυτή την καινοτόμα επαναστατική σκέψη που μας φέρνει κοντά σε προβληματικές που επηρέασαν καθοριστικά το «σύντομο» 20ο αιώνα.
Εκεί που οι επικριτές του Φ. Ένγκελς στην θεωρία των «μη-ιστορικών λαών» βλέπουν μια γραμμική ιδεαλιστική ιστορική εξελικτικότητα ο Σάββας Μιχαήλ βλέπει την ανισόμερη και συνδυασμένη ανάπτυξη, όπως έλεγε ο Λ. Τρότσκι. Μια έκφραση της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, που πρώτος ο ίδιος ο Κ.Μαρξ ανάπτυξε μέσα από το έπος της Ευρωπαϊκής επανάστασης του 1848.
Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς σύμφωνα με τον Σάββα Μιχαήλ:«οι μη-ιστορικοί λαοί ως φορείς καθυστερημένων μορφών παραγωγικής οργάνωσης, εγκλωβισμένοι στο σύγχρονο διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον, βρίσκονται όχι στο αδιέξοδο αλλά στο σταυροδρόμι:είτε θα προσπαθούσαν να ξεπεράσουν την πτώση τους από την σύγχρονη ιστορία στρεφόμενοι σ’ ό,τι πιο αντεπαναστατικό με μια μάταιη προσπάθεια ανάστροφης του ρού της ιστορίας- κι αυτό κάνανε τα περισσότερα σλαβικά εθνικά κινήματα το 1848-49 –είτε θα βρίσκαν τη μόνη διέξοδο με την είσοδο τους σε μια ‘’νέα επαναστατική ιστορία’’ …οι μη ιστορικοί λαοί ή θ’ άρχιζαν μια νέα επαναστατική ιστορία στο δρόμο της διεθνούς διαρκούς επανάστασης και έτσι θα απόδειχναν και θ’ αποκτούσαν βιωσιμότητα ή θα μετατρέπονταν οι εθνικισμοί τους σε όργανα της αντεπανάστασης και των μεγάλων δυνάμεων»
Στην συνέχεια του άρθρου του ο Σάββας Μιχαήλ συνδυάζει την επαναστατική σκέψη του Ένγκελς για τους «μη-ιστορικούς λαούς»με την αιματηρή διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, αναδεικνύοντας την αντίληψη του Λ. Τρότσκι για μια Βαλκανική Ομοσπονδία . Θεωρώντας πως στην εποχή των Βαλκανικών Πολέμων η μόνη πραγματικά ιστορική προοπτική για την πλειοψηφία των βαλκανικών λαών δεν είναι η οικοδόμηση εθνικών κρατών αλλά η Βαλκανική Ομοσπονδία.
Για τον Σάββα Μιχαήλ η γιουγκοσλαβική τραγωδία με τους αναζωπυρωμένους εθνικισμούς δεν αποτελούν «νεκρανάσταση των εθνικών αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων. Αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των εθνικών γραφειοκρατικών ελίτ ενός διαλυμένου συστήματος, που προσπαθούν να διασωθούν με την ενσωμάτωση στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά...Αν η [σοσιαλιστική] επανάσταση ύψωσε τους βαλκανικούς λαούς από το μη-ιστορικό, στο ιστορικό επίπεδο, η αντεπανάσταση τώρα φέρνει την κατολίσθηση στο μη-ιστορικό , στην βάρβαρη κι ανέφικτη απόπειρα αναστροφής όλης της Ευρωπαϊκής και Παγκόσμιας Ιστορίας…Η πτώση από το ιστορικό στα Βαλκάνια είναι η έκφανση της βαρβαρότητας για την οποία προειδοποιούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Μόνη διέξοδος – αυτή που έδειχναν ο Ένγκελς και ο Τρότσκι: η Διαρκής Επανάσταση» .
Επίσης ο ΜΙΣΕΛ ΛΕΒΙ σημειώνει πως ανεξάρτητα με την αντίληψη των «μη-ιστορικών λαών» ο Ένγκελς δεν διαπνέεται από σλαβοφοβία. Γραφει: «Σε ένα άρθρο του που γράφτηκε πριν την επανάσταση του 1848 ζητούσε την ήττα της αυστριακής αυτοκρατορίας, προκειμένου να ‘’απομακρυνθούν τα εμπόδια από το δρόμο της ελευθερίας για τους σλάβους και τους ιταλούς΄΄».
Η αντίληψη των «μη-ιστορικών λαών» εάν τις δούμε σε ένα πολύ στενό πλαίσιο μιας ιστορικής εξελικτικότητας, τότε σίγουρα μας οδηγεί σε ένα ευρωκεντρισμό που στο όνομα της διαλεκτικής της αρνητικότητας δικαιολογεί κάθε βιαιότητα στο όνομα της προόδου, του εκσυγχρονισμού και της δημοκρατίας. Θα έβρισκε σίγουρα δικαιολόγηση η επέμβαση του ΝΑΤΟ στην Σερβία ή ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιρακ, καταπατώντας το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση. Από την άλλη, σε αυτή την ύστερη φάση της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης και της αμερικανικής αυτοκρατορικής διακυβέρνησης τα εθνικά κινήματα δύσκολα ολοκληρώνουν την αυτοδιάθεση τους με όρους οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μετατρέπονται σε «πρακτορεία» των αυτοκρατορικών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Μόνο η ενοποίηση τους σε ομοσπονδίες ή συνομοσπονδίες τους δίνει την δυνατότητα να «παίξουν» στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με σοβαρούς όρους.
Τα νέα κράτη, που δημιουργήθηκαν ύστερα από το 1989-91, ιδιαιτερα στην βαλκανική χερσόνησο, δύσκολο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως δύναται να επιβιώσουν σαν πραγματικά ανεξάρτητα κράτη και όχι ως προτεκτοράτα, μεγάλων δυνάμεων (ΕΕ- ΗΠΑ-ΡΩΣΙΑ). Πέφτοντας με μια έννοια στην φάση του μη-ιστορικού. Ο Λένιν από την δική του πλευρά υποστήριζε πως : «Τίποτε άλλο , εκτός από την υποστήριξη της σαπίλας και της στασιμότητας, εκτός από γραφειοκρατικά εμπόδια στην ελευθερία , δεν φέρνει στα Βαλκάνια ακόμη και η πιο ‘’φιλελεύθερη’’ αστική Ευρώπη» Κάτι που συμβαίνει και σήμερα, με όλες τις επιπτώσεις στις βαλκανικές κοινωνίες.(πορνεία, μαφία, μαύρο χρήμα , παρακμή)
Θα ηταν άδικο τελικά να δούμε στην θεωρία του Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς ένα γραμμικό ευρωκεντρισμό. Εάν μελετήσουμε την τελευταία φάση της ζωής του Κ. Μαρξ θα δούμε πως « εξέταζε το ενδεχόμενο της άμεσης μετάβασης από την ‘’ομπτσίνα’’ (την ρωσική αγροτική κοινότητα)στον κομμουνισμό , χωρίς την διέλευση από όλες τις «τρομερές ανακατατάξεις» του καπιταλισμού, με την προϋπόθεση ότι η αγροτική επανάσταση στην Ρωσία θα συμβάδιζε με μια σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη» . Ενώ στα 1881 σε ένα γράμμα στην Βέρα Ζάσουλιτς «παρουσιάζει την παραδοσιακή αγροτική κοινότητα ως ‘’το σημείο εκκίνησης για την κοινωνική αναγέννηση της Ρωσίας’’» .Ένα γεγονός που αντιβαίνει σε ένα ευρωκεντρικό σχήμα. Φέρνοντας τον κοντά στις εξελίξεις του 20ου αιώνα.(Οκτωβριανή Επανάσταση).
Αυτό που με σιγουριά μπορούμε να διατυπώσουμε είναι πως «ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν είχαν για το εθνικό ζήτημα καμιά apriori σχηματική φόρμουλα ..Το έβλεπαν πάντα στα πλαίσια της γενικότερης ιστορικής ανάπτυξης και σε σύνδεση με το κριτήριο των συμφερόντων της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης» . Ενώ θα’ ναι παράληψη να μην επισημανθεί πως στα κείμενα του για την Ιρλανδία ο Κ.ΜΑΡΞ «έδειξε πως η αστική τάξη όχι μόνο υποθάλπει τους εθνικισμούς αλλά και τείνει να τους οξύνει…» . Ένα γεγονός που θα το ζήσουμε έντονα στην ιστορία του 20ου αιώνα.
Κατά συνέπεια φτάνοντας σε κάποια συμπεράσματα για την διαλεκτική σχέση εθνικής αυτοδιάθεσης και προλεταριακού διεθνισμού θα δούμε πως:«..α)μόνο η εθνική απελευθέρωση του καταπιεσμένου έθνους καθιστά δυνατή την υπέρβαση των εθνικών διακρίσεων και ανταγωνισμών και επιτρέπει στην εργατική τάξη και των δύο χωρών να ενωθεί ενάντια στον κοινό εχθρό , τους καπιταλιστές˙ Β) η καταπίεση ενός αλλού έθνους βοηθά στην ενίσχυση της ιδεολογικής ηγεμονίας της αστικής τάξης πάνω στους εργάτες του έθνους-καταπιεστή:’’κάθε έθνος που καταπιέζει ένα άλλο σφυρηλατεί τις ίδιες του τις αλυσίδες’’˙ γ) η χειραφέτηση του καταπιεσμένου έθνους εξασθενεί τις οικονομικές , πολιτικές, στρατιωτικές και ιδεολογικές βάσεις των κυρίαρχων τάξεων στο έθνος καταπιεστή και αυτό ενισχύει τον επαναστατικό αγώνα της εργατικής τάξης αυτού του έθνους.» Συμπεράσματα που όχι μόνο καθόρισαν τον διεθνιστικό κομμουνιστικό λόγο τον 20ο αιώνα αλλά εν πολλοίς θα κρίνουν τον χειραφετικό επαναστατικό λόγο του 21ο αιώνα. Αλλά νομίζω πως έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με μια άλλη μεγάλη μορφή του επαναστατικού κινήματος του 20ου αιώνα τον Β.Ι.ΛΕΝΙΝ και την τεράστια συνεισφορά του στη σχέση εθνικού ζητήματος και αριστεράς.

«κανένα απολύτως προνόμιο σε κανένα έθνος και καμιά γλώσσα.
Ούτε η παραμικρή αδικία σε βάρος μιάς εθνικής μειονότητας:
να ποιες είναι οι αρχές της εργατικής δημοκρατίας.»

Ο Λένιν θα αναπτύξει στο υπέδαφος της τσαρικής Ρωσίας σε σημαντικό βαθμό τα μαρξιστικά συμπεράσματα που άνωθεν αναφέραμε. Ανεπιφύλακτα μπορούμε να πούμε πως η «λενινιστική διδασκαλία ήταν πολύ πιο προωθημένη από τις θέσεις άλλων μαρξιστών της ίδιας περιόδου» .
Η αφετηρία της ανάλυσης του Λένιν βρίσκεται στον προλεταριακό διεθνισμό. Τον οποίο τον συνδέει διαλεκτικά με το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση σε μια τσαρική Ρωσία που ήταν μια απέραντη φυλακή των εθνών και των εθνοτήτων. Αλλά και με την ιστορική περίοδο του ιμπεριαλισμού. Έγραφε ο Λένιν: «Ιμπεριαλισμός σημαίνει ότι το κεφάλαιο ξεπέρασε τα πλαίσια των εθνικών κρατών , σημαίνει επέκταση και επιδείνωση της εθνικής καταπίεσης πάνω σε νέα ιστορική βάση..» Ήταν αυτός που«..κατ’ εξοχήν διατύπωσε την επαναστατική θεωρία για το εθνικό ζήτημα-εθνικό κίνημα στο στάδιο του Ιμπεριαλισμού..»
Ο Λένιν θεωρούσε σημαντικότατη την διαφορά μεταξύ του έθνους- καταπιεστή και του καταπιεζόμενου έθνους. Δεν ισοσκέλιζε τους δύο εθνικισμούς, για να υποστηρίξει ένα γενικόλογο ανθρωποκεντρικό διεθνισμό. Έγραφε ο Λένιν : «Έγραψα ήδη στις εργασίες μου για το εθνικό ζήτημα ότι δεν έχει καμία θέση η αφηρημένη τοποθέτηση του ζητήματος για τον εθνικισμό γενικά. Είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε τον εθνικισμό του έθνους που καταπιέζει από τον εθνικισμό του έθνους που καταπιέζεται, τον εθνικισμό του μεγάλου έθνους από τον εθνικισμό του μικρού έθνους…Γ’ αυτό ο διεθνισμός του έθνους που καταπιέζει…δεν πρέπει να σημαίνει μόνο την τήρηση μιάς τυπικής ισοτιμίας των εθνών, αλλά πρέπει να σημαίνει και μια τέτοια ανισότητα που θ’ αντιστάθμιζε από την πλευρά του έθνους-καταπιεστή, του έθνους του μεγάλου την ανισότητα εκείνη πού διαμορφώνεται πραγματικά στην ζωή».
Αντίθετα η επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, θεωρούσε πως:«η απελευθέρωση της Πολωνίας είναι το ίδιο ουτοπική όσο και η απελευθέρωση της Τσεχοσλοβακίας, της Ιρλανδίας ή της Αλσατίας-Λωρραίνης… Ο ενιαίος πολιτικός αγώνας του προλεταριάτου δεν θα πρέπει να υποσκελιστεί από ‘’μια σειρά εθνικών αγώνων’’..». Πως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεσης είναι γενικό και αφηρημένο και πως «η υποστήριξη του δικαιώματος του αποχωρισμού για κάθε έθνος(μικρού ή μεγάλου)σήμαινε στην πραγματικότητα υποστήριξη του αστικού εθνικισμού». Παρ’ όλα αυτά η Ρόζα Λούξεμπουργκ δέχεται πως τα έθνη της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχουν δικαίωμα δημιουργίας κράτους. Για να τεκμηριώσει την άνωθεν διεθνιστική της άποψη της χρησιμοποιεί την μεθοδολογία του Ένγκελς στην άποψη του περί «μη-ιστορικών λαών» πιστεύοντας πως η μεθοδολογία του ηταν σωστή « και εγκωμίασε το ‘’νηφάλιο και απαλλαγμένο από κάθε συναισθηματισμό ρεαλισμό’’ του..»
Ο Λένιν υπερασπίστηκε με σθένος, την ελευθερία αποχωρισμού κάθε έθνους και την αναγνώριση της εθνικής αυτοδιάθεσης. Μια πολιτική που θα βοηθούσε στην συνεργασία των λαών και των εθνών, με στόχο την συνένωση του προλεταριάτου του έθνους-καταπιεστή με το προλεταριάτο του καταπιεσμένου έθνους. Έτσι ώστε οι εθνικοί αγώνες των καταπιεσμένων εθνών να γίνουν οι αντικειμενικοί σύμμαχοι του αγώνα του συνειδητοποιημένου προλεταριάτου και των κομμουνιστών. Ιδιαίτερα στις καθυστερημένες χώρες οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες στην εποχή του ιμπεριαλισμού είναι μία αναγκαία βαθμίδα της διαρκούς και παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Μια βαθμίδα που αντικειμενικά διαλύει την συμμαχία της αστικής τάξης με την εργατική τάξη στα πλαίσια του κοινωνικού σχηματισμού στο κράτος καταπιεστή και αποικιοκράτη. Σπάζοντας την ιμπεριαλιστική αλυσίδα στο πιο αδύνατο κρίκο της. Με τα λόγια του Λένιν:«…έχουμε την υποχρέωση να συνδέσουμε την επαναστατική πάλη για το σοσιαλισμό με το επαναστατικό πρόγραμμα πάνω στο εθνικό ζήτημα».
Σε μια εποχή όπου θεωρούσε πως οι εθνικοί πόλεμοι των αποικιών μετατρέπονται σε αντιιμπεριαλιστικοί και εθνικοαπελευθερωτικοί . Δίχως να έχει καμιά αυταπάτη για τις αστικές ηγεσίες των αντιαποικιακών κινημάτων που ήθελαν συνεργασία με το ιμπεριαλισμό . Γ’ αυτό στην λογική της볅διαρκούς επανάστασης έγραφε: «Η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να επεξεργαστεί και να θεμελιώσει θεωρητικά την θέση πως οι καθυστερημένες χώρες μπορούν, με την βοήθεια του προλεταριάτου των προηγμένων χωρών, να περάσουν στο σοβιετικό καθεστώς και ύστερα από ορισμένες βαθμίδες ανάπτυξης, να περάσουν στον κομμουνισμό, παρακάμπτοντας το καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης..» .
Σύμφωνα και με τον ΝΙΚΟ ΨΥΡΟΥΚΗ ο Λένιν, προς το τέλος της ζωής του, «διαβάζοντας» σωστά το αντεπαναστατικό τέλμα των δυτικών ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων είδε πως η επαναστατική τάση τραβάει προς την ανατολή(π.χ Κίνα). Έγραφε:«…Και η Ανατολή, από τα άλλο μέρος , μπήκε σε επαναστατική κίνηση λόγω ακριβώς του πρώτου αυτού ιμπεριαλιστικού πολέμου και τραβήχτηκε οριστικά στην γενική δίνη του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος…Εμάς μας ενδιαφέρει η τακτική που πρέπει να ακολουθήσουμε σαν κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας, σαν Σοβιετική Εξουσία για να εμποδίσουμε τα δυτικοευρωπαϊκά αντεπαναστατικά κράτη να μας συντρίψουν, για να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη μας ως την επόμενη πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στην αντεπαναστατική Δύση και στην επαναστατική εθνικιστική Ανατολή ». Ιστορικά αποδείχτηκε σωστή η πρόβλεψη του Λένιν, ανεξάρτητα εάν δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων η ηγεσία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Η Κινεζική επανάσταση νίκησε εκεί που οι άλλες επαναστάσεις έχασαν, γιατί αν και σταλινικός ο Μάο δεν ακολούθησε δουλικά διαταγές του Στάλιν. Ενώ η κινεζική επανάσταση εκφυλλίστηκε γατί η εθνικιστική λογική του «σοσιαλισμού σε μόνο μια χώρα» έθαψε το διεθνιστικό κομμουνιστικό σχέδιο, δημιουργώντας μια νέα γενιά κόκκινων ελίτ.
Εν κατακλείδα: Αντίθετα με τους περισσότερους μαρξιστές στην εποχή του που έβλεπαν το έθνος μέσα από «…την οικονομική, πολιτιστική και ψυχολογική διάσταση του προβλήματος» ο Λένιν την έβλεπε μόνο μέσα από την πολιτική του οπτική. Η «αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης εχει πρωταρχική σημασία για την δημιουργία των όρων της διεθνιστικής ενότητας» . Στόχος του παρέμεινε αυτό που εξυπηρετούσε τους όρους του σοσιαλιστικού επαναστατικού μετασχηματισμού που εμποδίζονταν από εθνικισμό και τον σωβινισμό αλλά και ως ένα σημείο από το αφηρημένο διεθνισμό και τον αστικό κοσμοπολιτισμό.
Ο Λένιν αντιμετώπιζε με απόλυτο ρεαλισμό το εθνικό ζήτημα. Κατά συνέπεια αντι να το κρύβει κάτω από το χαλάκι, θεωρώντας το ένα άλυτο πρόβλημα, αποπειράθηκε αντί για πρόβλημα να γίνει όπλο στα χέρια των κομμουνιστικών επαναστατικών δυνάμεων. Αντί να εμμείνει στην κυρίαρχη αντίθεση κεφάλαιο-εργασία, αγνοώντας τις δευτερεύουσες αντιθέσεις, αποπειράθηκε με την βοήθεια της διαλεκτικής να τις «στρατεύσει» στην υπηρεσία της κυρίαρχης αντίθεσης.
Ο Τρότσκι υποστήριζε και αυτός το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση ως ένα από τους όρους για να ενοποιηθεί το έθνος των καταπιεσμένων απέναντι στο έθνος των καταπιεστών. Ταυτόχρονα αναδείκνυε την αντικειμενική δυνατότητα για την ευρύτατες χωρικές και κρατικές συνενώσεις, μιλώντας για την βαλκανική ομοσπονδία ή και τις «δημοκρατικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης»
Η συγκεκριμένη προλεταριακή διεθνιστική πολιτική βοήθησε τα μέγιστα στο να συνδυαστεί διαλεκτικά το εθνικό με το ταξικό κατά την διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, με αποτέλεσμα στο να απονευρωθούν οι μικροί και μεγάλοι εθνικισμοί. Μια πολιτική όμως που, όπως ξαναείπαμε δεν είχε συνέχεια. Ήδη από τα πρώτα χρόνια ο μεγαλορώσικος εθνικισμός με την βοήθεια ενός αφηρημένου ταξικισμού πήρε ξανά κεφάλι με εκφραστή τον Στάλιν. Είναι γνωστό πως η τελευταία μάχη του Λένιν ήταν ενάντια στο Στάλιν με αφορμή το Γεωργιανό ζήτημα .
Η μάχη δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ούτε έκφρασε απλώς αντιθέσεις στο πολιτικό εποικοδόμημα. Είχε την βάση της στο μπλοκάρισμα της επαναστατικής διαδικασίας στα στενά εθνικά όρια της καθυστερημένης Ρωσίας. Από την μία εκφραζόταν η παράδοση του Οκτώβρη που εν τέλει θα ηττηθεί ολοκληρωτικά στις δίκες της Μόσχας και από την άλλη ήταν το γραφειοκρατικό μπλοκ του εθνικιστικού«σοσιαλισμού σε μόνο μια χώρα». Της νεο-τσαρικής σταλινικής αντεπανάστασης που πάτησε πάνω στην ήττα της σοσιαλιστικής επανάστασης στην δύση για να δυσφημήσει ανεπανόρθωτα την επαναστατική διεθνιστική παράδοση του Οκτώβρη.
Ήδη από το 1929 ο Στάλιν με ένα ανοικτά αντιμαρξιστικά τρόπο μιλάει με για σοσιαλιστικά έθνη , λες και το έθνος είναι μια κατηγόρια που θα υπάρχει στην κατώτερη και ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Αλλά επίσης και στην μεταβατική φάση της δικτατορίας του προλεταριάτου που οι ταξικές αντιθέσεις είναι οξυμένες είναι αδιανόητο να μιλάμε για «σοσιαλιστικά έθνη» καθώς είναι ιδιαιτερα δύσκολο να μιλάμε για ολοκληρωμένο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Εκείνη την στιγμή το ιδεολόγημα των «σοσιαλιστικών εθνών» εξυπηρετούσε απόλυτα την κυριαρχη ιδεολογία της γραφειοκρατικής σταλινικής ελίτ, ενσωματώνοντας τις εργατικές μάζες, κύρια των Ρώσων, σπέρνοντας το εθνικιστικό δηλητήριο. Ενισχύοντας την αντεπαναστατική τάση στο χώρο της ΕΣΣΔ αλλά και παγκόσμια.
Κανείς βέβαια δεν μπορεί να μηδενίσει την τεράστια συνεισφορά των ηρωικών σοβιετικών μαζών στο παγκόσμιο αντιφασιστικό αγώνα κατά την διάρκεια του β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Ένας αγώνας που στοίχισε στις σοβιετικές μάζες 20 εκατομμύρια νεκρούς. Ταυτόχρονα όμως σήμανε και την ολοκληρωτική και οριστική κυριαρχία του μεγαλορώσικου εθνικισμού και της αντικομουνιστικής σταλινικής και στην συνέχεια μετα-σταλινικής κλίκας πάνω στην κομμουνιστική διεθνιστική προοπτική. Μεγάλος πατριωτικός πόλεμος ονομάστηκε η αντίσταση των σοβιετικών μαζών και αυτό καθόλου τυχαία. Μια πολιτική που τους έφερε πολύ κοντά με τις ηγεσίες των ιμπεριαλιστικών κρατών. Βάζοντας στην άκρη την προοπτική της παγκόσμιας κομμουνιστικής επανάστασης.

«στα άρματα, στα άρματα, εμπρός στον αγώνα…. »

Ο συνδυασμός του εθνικισμού, της λογικής των συμμαχιών της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κινήματος με τμήματα της αστικής τάξης και η υποταγή στην εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ έκανε μέγιστο κακό στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Ας δούμε την τραγική περίπτωση της Εαμικής Αντίστασης και της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς.
Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο πως το εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα πήρε σε πολλές στιγμές αντιιμπεριαλιστικό και αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα. Ας τα πάρουμε με την σειρά: Μια εθνικοκοινωνική επανάσταση (1821) που ήταν από τις πλέον ριζοσπαστικές στην Ευρώπη. Μια επανάσταση που ανάγκασε την ντόπια αστική τάξη των παροικιών και των Φαναριωτών αλλά και τους ξένους πάτρωνες, σε συμβιβασμό με τις καταπιεζόμενες τάξεις στην ελληνική ενδοχώρα. Ένα κοινωνικό ρήγμα που οι κρατούντες θα το έβρισκαν μπροστά τους όλο τον 20ο αιώνα. Με κορυφαία στιγμή την εποποιία 1940-49.
Ταυτόχρονα στις αρχές του 20ου αιώνα η ιμπεριαλιστική πολιτική του Βενιζέλου - Βασιλιά οδήγησε στην ενοποίηση της Ελλάδας στα σημερινά σύνορα της, αλλά και στην εθνοκάθαρση της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας, με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Μένοντας ανοικτό όμως το ζήτημα πληθυσμών σλαβικής προέλευσης που είχαν αποκτήσει μια ιδιαίτερη εθνική ταυτότητα και συνείδηση που τους διαχώριζε από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους αλλά και από τους Έλληνες. Πληθυσμοί που ύστερα από το β’ παγκόσμιο πόλεμο δημιούργησαν την «Δημοκρατια της Μακεδονιας» στα πλαίσια της Ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Μεταφέροντας έως τα σήμερα ένα απόηχο του μακεδονικού ζητήματος με την άρνηση της Ελλάδας να αναγνωρίσει την «Δημοκρατία της Μακεδονιας».
Μια εθνικιστική πολιτική που έχει εγκλωβίσει πλέον και την αστική τάξη της Ελλάδας που αρνείται να αναγνωρίσει το δικαίωμα του εθνικού προσδιορισμού. Μια αδιέξοδη πολιτική που βάζει φωτιά στα εθνικιστικά μίση, την ίδια στιγμή που η ελληνική αστική τάξη εχει αποικίσει οικονομικά την «Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Εξαιτίας του «Μακεδονικού», είναι νομίζω αναγκαιότητα να αναφερθούμε στην στάση της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς που δυστυχώς δεν ξεκαθάρισε και δεν ξεκαθαρίζει την θέση της. Δεν ακολούθησε και δεν ακολουθεί τα Λενινιστικά μοτίβα που συνδέουν το εθνικό ζήτημα με την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ίσως γιατί δεν πιστεύει πλέον σ αυτήν. Δηλαδη να επιλέξει την πολιτική που σπάει το εθνικιστικό δηλητήριο και εδώ και εκεί. Την πολιτική που αναγνωρίζει την συνταγματική ονομασία της διπλανής χώρας. Όχι γιατί ιστορικά έχουν δίκαιο οι εθνικιστές της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» ή αντίθετα οι έλληνες εθνικιστές αλλά γιατί το πολιτικό διακύβευμα είναι το σπάσιμο του εθνικιστικού δηλητηρίου.
Αλλά ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε λίγο με την κορυφαία στιγμή που το εθνικό ζήτημα απέκτησε αντιιμπεριαλιστικό–αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα. Την ΕΑΜική Αντίσταση. Μελετώντας τα γεγονότα , που τόσα έχουν γραφτεί για αυτά, δεν μπορούμε να τα δούμε αποκομμένα από την ολότητα των γεγονότων, των δυνατοτήτων, και την υλική βάση δημιουργίας αυτών που έγιναν και αυτών που θα μπορούσαν να ꀀίνουν. Από την εξέλιξη της ενότητας των αντίθετων, όπως είναι το εθνικό-διεθνικό ή το εθνικό-ταξικό. Όπως επίσης πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψην όχι απλώς τα θεωρητικά εργαλεία των πολιτικών δυνάμεων αλλά πρώτιστα τις ίδιες τις επιθυμίες των λαϊκών μαζών, και των οργανωμένων δυνάμεων οι οποίες τελικά καθόρισαν την έκβαση των γεγονότων.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένα το τι θέλουμε να πούμε: Η περίοδος 40-49 ήταν η στιγμή που η ιστορία προχώρησε με άλματα, ρήξεις, τομές αλλά και πισωγυρίσματα. Όπου οι συσσωρευμένες αντιθέσεις μετατράπηκαν στην σκηνή ενός αιματηρού θέατρο του δρόμου. Μιας “comedia de larte”, των ανεκπλήρωτων λαϊκών επιθυμιών και των ανολοκλήρωτων κοινωνικών μετασχηματισμών. Με «ηθοποιούς»τον απλό λαϊκό άνθρωπο που κατανόησε έστω και για λίγο πως αυτός μπορεί να γίνει ο πρωταγωνιστής των ιστορικών εξελίξεων. Και με μια αδήριτη διαλεκτική αναγκαιότητα «που εμπεριέχει ως ουσιώδες συστατικό την τυχαιότητα και την επαναστατική ανατρεπτική δράση για την ελευθερία».
Η περίοδος 40-49 ως τομή του χωροχρονικού συνεχές άνοιξε τον δρόμο με τα υλικά του παρόντος που όμως είχαν κληροδοτηθεί από το παρελθόν, έχοντας το άρωμα του αύριο. Το άρωμα της ουτοπίας. Το υπόβαθρο της έκρηξης των αντιθέσεων βρίσκεται στην βιο-ιστορία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.
Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός στην περίοδο του μεσοπολέμου ήταν από κάθε άποψη ένας σχετικά αναπτυγμένος καπιταλισμός ενταγμένος στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, σαφώς σε κατώτερη θέση. «Έτσι αυτή η οικονομία αναγκαστικά έχει μέσα της συνθεμένες και ιστορικώς αδιάλυτα συμπλέγματα και τις δύο τάσεις, της καπιταλιστικής ανατολής και της καπιταλιστικής δύσης μαζί. Μιας διπλής ‘βαρβαρότητας’ : ‘απολίτιστης’ μαζί και ΄πολιτισμένης’ …» .
Με αλλά λόγια δεν έχουμε να κάνουμε με ένα καθυστερημένο αστικό σχηματισμό με ανοικτά εθνικά ζητήματα που ήταν αναγκαίο να περάσει από μια αστικοδημοκρατική επανάσταση, αλλά με ένα ολοκληρωμένο καπιταλιστικό σχηματισμό όπου οι προκαπιταλιστικοί οικονομικοί και πολιτισμικοί κόμβοι εξυπηρετούν απόλυτα τις προϋποθέσεις καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ενώ την ίδια στιγμή η διευρυμένη μικρή ιδιοκτησία ήταν μέσο ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων, απόρροια αντιθέσεων που εκκινούνε από το λαϊκό ριζοσπαστισμό που ανέδειξε η ανολοκλήρωτικη εθνοκοινωνική επαναστατική διαδικασία του «1821».
Κατά συνέπεια η μόνη επανάσταση που ήταν δυνατή στην Ελλάδα ήταν η σοσιαλιστική επανάσταση. Αντίθετα αυτή η πολιτική που επικράτησε ήταν του ΚΚΕ με την 6 ολομέλεια του 1934. Διακηρύσσοντας πως η επανάσταση στην Ελλάδα «θα έχει αστικο-δημοκρατικό και όχι σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Πρόκειται για την θεωρία των ‘’σταδίων’’ : οι συνθήκες δεν είναι ‘’ώριμες’’ για τον σοσιαλισμό , η εργατική τάξη πρέπει πρώτα να κάνει στην άκρη τα ‘’μισοφεουδαρχικά κατάλοιπα’’ της κοινωνίας.. και μόνο μετά από όλα αυτά θα μπορούσε να διεκδικήσει για λογαριασμό της την εξουσία» .
Μια ολότελα λαθεμένη αντίληψη στο κρίσιμο σημείο, όπου οι δευτερεύουσες αντιθέσεις όπως είναι το εθνικό , έμπαιναν στην γωνία και η κυρίαρχη αντίθεση εκφραζόταν σε όλη την ολότητα της, αυτή η πολιτική όχι μόνο αναδείχτηκε ανεπαρκής αλλά και εγκληματική.
Στην ουσία της αυτή η πολιτική ήταν η απάρνηση της επαναστατικής ανεξαρτησίας του προλεταριάτου και των συμμάχων του, που οδήγησε το ΚΚΕ και το ΕΑΜ να γίνουν ουρά των ελλήνων αστών και των ξένων πατρώνων. Η πολιτική των αντιφασιστικών αγώνων που υπότασσε το ταξικό στο εθνικό.
Τα αποτελέσματα γνωστά. Σφαγή του πνέον προχωρημένου επαναστατικού κινήματος στην Ευρώπη. Ενός κινήματος που για πάνω από 3 χρόνια δημιούργησε δομές δυαδικής εξουσίας. «Περνώντας από το σχολείο του βουνού, πλατειές εργατικές, αγροτικές και μικροαστικές μάζες έμαθαν να κάνουν πόλεμο ενάντια στο καθεστώς. Έμαθαν να πυροβολούν ενάντια στις οπλισμένες δυνάμεις της μπουρζουαζίας. Έμαθαν να καταπατούν τους νόμους και να σπάζουν την καπιταλιστική πειθαρχία…Έμαθαν να κατακτούν περιοχές και να τις κυβερνούν , να δικάζουν…Έμαθαν ότι η κατάληψη της εξουσίας δεν είναι πράγμα αδύνατο» .
Είναι πλέον ιστορικά εξακριβωμένο πως οι πρώτες ανταρτικές ομάδες φτιάχτηκαν «στην αρχή αυθόρμητα , χωρίς καθοδήγηση. Κανένα κόμμα δεν είχε πάρει απόφαση για ένοπλο αγώνα» Στην αρχή οι αντιδράσεις ηταν ατομικές , στην συνέχεια έχουμε τις πρώτες αντάρτικες ομάδες. Μόνο η «επέμβαση του ΕΛΑΣ υπό την ηγεσία του Άρη Βελουχιώτη έστρεψε αυτό το δυναμικό σε επαναστατική κατεύθυνση» .
Ένα κίνημα που μετατράπηκε σε εθνική επαναστατική δύναμη. Και είναι ιστορικά καθορισμένο πως όταν ένα λαϊκό επαναστατικό κίνημα φτάσει σε αυτό το σημείο «ο αγώνας πρέπει να ολοκληρωθεί είτε με την πιο λαμπρή νίκη είτε με την πιο τρομακτική ήττα», όπως γράφει και ο Τρότσκι στο:«η Γαλλική επανάσταση άρχισε» το 1934. Ένας συμβιβασμός ανάμεσα στα μπλοκ ήταν αδύνατος και η επανάσταση του Δεκέμβρη αναπόφευκτη.
Ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος, μια «σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ιμπεριαλισμούς για το ξαναμοίρασμα του κόσμου» αλλά η σταλινική ΕΣΣΔ παίζοντας ανοικτά τα ταξικά συμφεροντα της το μετέτρεψε σε αντιφασιστικό πόλεμο «παίρνοντας στο λαιμό της» τις ηγεσίες των επαναστατικών κινημάτων , όπως ηταν του ΕΑΜ.
Εκεί που χρειαζόταν μια ξεκαθαρη ηγεσία με στρατηγικό επαναστατικό προσανατολισμό, την σοσιαλιστική επανάσταση, υπήρχε μια ηγεσία με ένα μικροαστικό εθνικιστικό πρόγραμμα , ουρά της εξωτερικής σοβιετικής πολιτικής.«Οι μάζες στην Ελλάδα φλέγονταν από επαναστατική αποφασιστικότητα και επιθυμούσαν να προετοιμάσουν την ανατροπή όλων των καταπιεστών, ναζί και ελλήνων. Αντι να δώσουν στο μαζικό κίνημα ένα επαναστατικό πρόγραμμα παρόμοιο με το 1917, και να προετοιμάσουν τις μάζες για την κατάληψη της εξουσίας, οι σταλινικοί οδήγησαν το κίνημα στο αδιέξοδο του λαϊκομετωπισμό».
Μόνο ο Άρης Βελουχιώτης προσέγγιζε μια επαναστατική προοπτική. Στο λόγο του στην Λαμία συναντάμε την απόπειρα να γονιμοποιηθεί η κομμουνιστική αντίληψη με την παραδοσιακή εθνοκεντρική αντίληψη. Αρχαία Ελλάδα, Εικοσιένα με «στόχο να συνεγείρει την παραδοσιακή/αγροτική κοινωνία» με στόχο οι τελευταίοι ν ‘ρθουν πρώτοι, να μετατραπούν σε υποκείμενο της ιστορίας. Γράφει: «..τον κομουνισμό θα τον επιβάλετε εσείς και όχι το ΚΚΕ..». Μια απόπειρα έκφρασης της ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης στο επίπεδο της ιδεολογικής επαναστατικής συγκρότησης. Πως δηλαδή στοιχεία από το παρελθόν θα μετουσιωθούν σε μια μοντέρνα επαναστατική ταυτότητα. Πως το εθνικό γεννοβολάει το ταξικό. Ένα γεγονός που θα το συναντήσουμε τόσο στην Επαναστατημένη αγροτική Κίνα όσο και στην επαναστατική αριστερά της Νοτίου Αμερικής.
Ο Άρης όμως ήταν μόνος του. Και απομονωμένος. Το ΚΚΕ δεν κατείχε μια ξεκάθαρη στρατηγική. Αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην επαναστατική διέξοδο και στο συμβιβασμό με την αστική τάξη και τους ξένους πάτρωνες. Ένας συμβιβασμός από κάθε άποψη αδύνατος.«Η ισχύς του ΕΑΜ αποτελούσε εμπόδιο για τους βρετανούς, ενώ για τα ελληνικά αστικά κόμματα, τα οποία είχαν ήδη απολέσει σημαντικό μέρος της επιρροής και των ερεισμάτων, η προσδοκία της ανάκαμψης έκανε αναγκαία τη συσπείρωση τους στο πλευρό της Βρετανίας, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το ΕΑΜ με ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο» . Αντίθετα το ΚΚΕ από την μία, στην γραμμή της εθνικής ενότητας στο Δεκέμβρη «κατέφυγε σε μια περιορισμένης έκτασης στρατιωτική κινητοποίηση…για να εξασφαλιστεί ένας πολιτικός συμβιβασμός» , υπογράφοντας την Βάρκιζα, παραδίδοντας τα όπλα του αγωνιζόμενου λαού στον εχθρό. Ενώ από την άλλη, η αποχή από τις εκλογές το 1946 , έδωσε την εύκαιρα στο αντικομουνιστικό μπλοκ να βγάλει «εκτός νόμου» τον κόσμο του ΕΑΜ.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί πως ακόμη και στην φάση του εμφύλιου, ενώ επρόκειτο για ένα καθαρά κοινωνικό πόλεμο, το ΚΚΕ, σε μια εθνοκεντρική λογική, επιλέγει να μιλήσει για ένα «πατριωτικό», «αντιφασιστικό», «αντιιμπεριαλιστικό» ένοπλο αγώνα ενάντια στην άγγλους και την ελληνική ολιγαρχία, αδύνατο να συντάξει μια λενινιστική γραμμή πάνω στην σχέση εθνικού-ταξικού.
Ενώ δεν πρέπει να ξεχνούμε πως μεγάλες ευθύνες έχει και η ΕΣΣΔ που δεν στήριξε τον ένοπλο αγώνα των ελλήνων κομμουνιστών. Όπως γράφει και ο Θ. Σφήκας «κατά το τελευταίο έτος του εμφυλίου η ελληνική κυβέρνηση απολάμβανε την στήριξη των ΗΠΑ και της Βρετανίας, ενώ το ΚΚΕ το υποστήριζε μόνο η Αλβανία..»
Κάπως έτσι, χάθηκε η τελευταία επαναστατική κατάσταση στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα. «Καταστρέφοντας» τις κοινωνικές δυνάμεις που μπορούσαν όχι μόνο να αλλάξουν την χώρα αλλά και να διαφοροποιήσουν γεωπολιτικά το στάτους της Γιάλτας. Αλήθεια εάν επικρατούσε το ΕΑΜ τι διαφοροποιήσεις και αλλαγές θα’ χαμε στην παγκοσμια αρένα. Μήπως την επικράτηση των Εαμικών δυνάμεων την φοβόταν εξίσου οι έλληνες και ξένοι καπιταλίστες, όσο και σοβιετικοί γραφειοκράτες;;

«,,,Ο χαρακτηρισμός του ΕΑΜ σαν ένα κίνημα που αποτελεί προέκταση του αγγλοσαξονικού μετώπου επιχειρήσεων στο εσωτερικό της χώρας, είναι όχι μόνο στείρος,
μα και αντικειμενικά αντεπαναστατικός…» Γιώργος Βιτσώρης
Η γοητεία του τροτσκισμού είναι η καθαρή του αρνητικότητα˙ η κατηγορηματική άρνηση του εθνισμού σε μία περίοδο εθνικής κατοχής˙ η ένταση του διεθνισμού του˙…»

Δεν θα’ ταν ιστορικά και πολιτικά πρέπον να μην αφιερώσουμε λίγο χρόνο στο ηρωικό ελληνικό τροτσκισμό. Και στο πως αυτός αντιμετώπισε την αντίθεση εθνικού-ταξικού στην φάση της κατοχής. Εάν η σταλινική ηγεσία του ΕΑΜ υπόταξε το ταξικό στο εθνικό, αντίθετα ο ελληνικός τροτσκισμός αυτονόμησε το ταξικό από το εθνικό. Επιλέγοντας μια «καθαρή επαναστατική γραμμή» που αδυνατούσε να προσεγγίσει τις μεγάλες λαϊκές μάζες. Μπορεί «ο πόλεμος και λιμός[να] είχαν ριζοσπαστικοποιήσει την λαϊκή κοινή γνώμη» και για αυτό άλλωστε «το ΕΑΜ εστίασε στα καθημερινά παράπονα του κόσμου» και όχι σε ένα γενικόλογο πατριωτισμό αλλά τούτο δεν μείωνε καθόλου το εθνικό πρόβλημα που προέκυψε με την κατοχή της Ελλάδας από το Ναζί. Και σε αυτό δεν απαντούσαν οι τροτσκιστικές ομάδες. Επαναστατικά οπτιμιστές, που «θεμελιωνόταν στην πίστη ότι ο καπιταλισμός την εποχή εκείνη είχε αγγίξει τα όρια των δυνατοτήτων του και οποιαδήποτε παραπέρα ανάπτυξη ηταν αδύνατη..» , έβλεπαν μια νέα επαναστατική κατάσταση σε ανατολή και δύση, ύστερα από το πέρας του πολέμου. Αρνούνταν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με ένα διαλεκτικό μάτι. Να δουν πως το καθήκον τους ήταν «όχι να γυρίσουμε την πλάτη στις μάζες και να μείνουμε “πάνω από το ρεύμα”, αλλά να μπούμε μέσα στον αγώνα με το πρόγραμμα και τα συνθήματα μας και να προσπαθήσουμε να του δώσουμε ένα ταξικό και διεθνιστικό χαρακτήρα. “Ενάντια στο ρεύμα” δεν σημαίνει “πάνω από το ρεύμα» .
Συνεπάγεται, όπως γραφει και επαναστάτης κομμουνιστής Γιώργος Βιτσώρης «Ποια θα έπρεπε να είναι η πολιτική των τμημάτων της Τέταρτης Διεθνούς; Να αναγνωρίσουν το κίνημα των μαζών ενάντια στον ντόπιο καπιταλισμό και ενάντια στην ξένη καταπίεση σαν ένα κίνημα γεννημένο αυθόρμητα μέσα στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την κατοχή. Να καταγγείλουν τη συμμαχία των εργατικών κομμάτων με τις εθνικές αστικές οργανώσεις “αντίστασης”. Να καταγγείλουν το σοβινιστικό χαρακτήρα της σταλινικής και σοσιαλιστικής πολιτικής. Να της αντιτάξουν ένα πρόγραμμα πάλης βασισμένο πάνω στην πάλη των τάξεων και το διεθνισμό. Στο σύνθημα “Θάνατος στους γερμαναράδες”!, να αντιτάξουν το σύνθημα της συναδέλφωσης με τους γερμανούς στρατευμένους εργάτες.» . «Το ζήτημα δεν είναι να διακηρύσσουμε αφηρημένα και γενικά το σοσιαλιστικό πρόγραμμα, την αναγκαιότητα της προλεταριακής επανάστασης και τον αντιδραστικό χαρακτήρα της φύσης και της πολιτικής του σταλινισμού, αλλά να τα αποδείξουμε όλα αυτά στις μάζες μέσα από τη δική τους συγκεκριμένη εμπειρία.» . Εάν είναι αλήθεια πως η κρίση της εποχής μας είναι «κρίση της επαναστατικής ηγεσίας» τότε και οι τροτσκιστικές οργανώσεις φάνηκαν και αυτές να ‘ναι ανάξιες ηγεσίες για το ένοπλο λαό, που πίεζε τις ηγεσίες του ΕΑΜ να προωθήσουν μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης και σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Φυσικά είναι άδικο να απαιτούμε από ένα πολιτικό κίνημα λίγων εκατοντάδων αγωνιστών, που λειτουργούσαν σε διπλή παρανομία (από τους φασίστες και από τους σταλινικούς) και που είχε εκατοντάδες εκτελεσμένους και από το φασισμό και από τους σταλινικούς να μετατραπούν στην φυσική ηγεσία του ένοπλου λαού.
Η αποτυχία του ελληνικού αλλά και διεθνούς τροτσκισμού, βρίσκεται στο γεγονός πως η διαλεκτική της ιστορίας δεν κινείται με ιστορικές αναλογίες. Ανεξάρτητα απο γεγονός πως όντως ο πόλεμος αλλά και η επανάσταση ειναι αποτέλεσμα της έκρηξης της αντίφασης ανάμεσα στις παγκόσμιες παραγωγικές δυνάμεις και της αναχρονιστικής μορφής του έθνους-κράτους. «Ο πόλεμος είναι κατά βάση μια στυγερή εξέγερση των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στην πολιτική μορφή του έθνους-κράτους και φανερώνει την κατάρρευση του έθνους-κράτους σαν ανεξάρτητη μονάδα…Το έθνος- κράτος , η σημερινή πολιτική του μορφή , είναι πολύ μικρή για την εκμετάλλευση αυτών των παραγωγικών δυνάμεων..».
Καθώς μαζί με τον άδικο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, εκφράστηκαν εθνικοαπελευθερωτικές συνιστώσες, ως συνέπεια των ιμπεριαλιστικών πολεμικών παρεμβάσεων που υποτίμησαν οι διεθνιστικές τροτσκιστικές δυνάμεις. Ας μην ξεχνάμε πως σύμφωνα και με το Λένιν στην εποχή του Ιμπεριαλισμού, ένας εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος είναι ένας δίκαιος πόλεμος που έχει την άνευ όρων στήριξη των κομμουνιστικών δυνάμεων και του εργατικού κινήματος. Γράφει ο Ε.ΜΑΝΤΕΛ: «Ας υπογραμμίσουμε εδώ μονάχα το ιδιαίτερο καθήκον του εργατικού κινήματος των ιμπεριαλιστικών χωρών να υποστηρίζουν χωρίς όρους κάθε κίνημα και κάθε πραγματική δράση των μαζών στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση στις οποίες υποβάλλονται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις…» Στο ΕΑΜ, όπως και στην Κίνα το εθνικοαπελευθερωτικό και το ταξικό συνδυαζόταν. Στην πρώτη περίπτωση το εθνικό έπνιξε το ταξικό , στην δεύτερη ως ένα σημαντικό βαθμό το ταξικό καθόρισε το εθνικό , ενάντια και στον Στάλιν, και νίκησε, αν και όχι συνολικά.
Κατά συνέπεια ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος δεν μπορούσε να είναι μια επανάληψη του α΄ παγκόσμιου πολέμου. Η λενινιστική διαλεκτική του εθνικού-ταξικού, η διαλεκτική πόλεμου-επανάστασης έπρεπε να επανακαθοριστεί. Παίρνοντας υπόψην τόσο τον αναδυόμενο καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό, όσο και το κακέκτυπο του στην ανατολή, τον σταλινισμό. Το γεγονός πως όντως η επαναστατική διαλεκτική έβλεπε προς την ανατολή και η αντεπαναστατική τάση καθόριζε τις εξελίξεις στην Δύση. Πως στην ιστορική εξέλιξη δεν χωράνε ντετερμινισμοί και βολονταρισμοί. Να πάρει υπόψην το γεγονός πως το παγκόσμιο επαναστατικό πνεύμα εχει πολύ δρόμο μπροστά του.
Απο την πλευρά του ο Λ.Τρότσκι σαν μεγάλος διαλεκτικός «στο τελευταίο χρόνο της ζωής του είδε την πιθανότητα μιας άλλης ιστορικής πορείας: υποθέτοντας την αδυναμία του προλεταριάτου να ανατρέψει τη σταλινική γραφειοκρατία και να πραγματοποιήσει την επανάσταση στην Δύση κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου , έθεσε υπό ερώτημα την απελευθερωτική δύναμη του προλεταριάτου και το ρεαλιστικό του σοσιαλιστικού προτάγματος, δύο βασικές παραδοχές του μαρξισμού:’’Έαν το παγκόσμιο προλεταριάτο αποδεικνυόταν ανίκανο να πραγματοποιήσει την αποστολή του που του ανατέθηκε από την πορεία της εξέλιξης , τότε τίποτα άλλο δεν θα απέμενε παρά να αναγνωρίσουμε ανοικτά ότι το σοσιαλιστικό πρόγραμμα που βασίστηκε στις εσωτερικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας τελείωσε ως ουτοπία..» Η δολοφονία του από τον Στάλιν τον απότρεψε να εξάγει τα αναγκαία συμπεράσματα απο τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Από ένα παγκόσμιο πόλεμο που κατέρριψε κάθε είδους γραμμική αισιοδοξία. Αυτό δεν κάνει την σοσιαλιστική προοπτική απαραίτητα ουτοπία εκτός και αν ουτοπία είναι «αυτό που δεν υπάρχει ακόμη», όπως το όρισε και ο Ε.ΜΠΛΟΧ.
Ο συνεπής, αδιάλλακτος και εν πολλοίς αντιδιαλεκτικός διεθνισμός των τροτσκιστών στην κατοχή , τους μετατρέπουν σε ένα από τους τελευταίους εκφραστές του διεθνιστικού κομμουνιστικού ρεύματος. Ενός ρεύματος που γεννήθηκε με το κομμουνιστικό μανιφέστο και ξεψύχησε στα χαλάσματα του Β΄ Πολέμου. Με την επικράτηση του εθνικισμού στο κομμουνιστικό κίνημα. Σε αυτό το εθνικιστικό κλίμα γεννήθηκε η αντίληψη του Σβορώνου για το «αντιστασιακό χαρακτήρα του ελληνικού έθνους» . Όπως γράφει και ο Α. ΝΕΓΚΡΙ και το αναφέρει ΜΑΡΙΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ « ..’’η έννοια της κομμουνιστικής επανάστασης – το απεδαφικοποιημένο φάντασμα που είχε στοιχειώσει την Ευρώπη και τον κόσμο και…που είχε κατορθώσει να συνενώσει αποστάτες , διεθνιστές παρτιζάνους , απεργούς εργάτες και κοσμοπολίτες διανοούμενους–μετατράπηκε εν τέλει σε ένα επανεδαφικοποιημένο καθεστώς εθνικής κυριαρχίας’’…» . Στην άνευ όρων υπεράσπιση της «πρώτης σοσιαλιστικής πατρίδας» Μια αντίληψη που δεν είχε να κάνει με το Λενινιστικό διεθνιστικό σχέδιο, ανεξάρτητα εάν κυριάρχησε ως μαρξισμός-Λενινισμός, που δεν είναι τίποτε άλλο από σκέτα- νέτα Σταλινισμός!!!!!
Ενός επαναστατικού ρεύματος που τις παραδόσεις του ίσως και να πρέπει να ξαναδούμε στα πλαίσια μιάς διεθνιστικής κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Για να καταφέρουμε να διαχωριστούμε τόσο από το εθνοκομμουνιστικό ρεύμα όσο και από το αστικό κοσμοπολιτισμό. Σε μια εποχή που η παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός στην πλέον ολοκληρωτική φάση του συνυπάρχει ανταγωνιστικά και συγκρουσιακά με μορφές εθνικιστικής αναδίπλωσης. Όπως είναι το ρεύμα του ισλαμικού θεμελιωτισμού.

Προς τον 21ου αιώνα

Θα είναι λάθος να νομίζουμε πως έφτασε η εποχή να ξεμπερδεύουμε με την έννοια του έθνους , όσο κι αν κάποιοι το επιθυμούν ή το φοβούνται. Το έθνος δεν είναι απλώς μια ψευδής συνείδηση που κατασκευάστηκε από το κράτος του κεφαλαίου που η παγκοσμιοποίηση του θα αφήσει πίσω του. Το έθνος αντανακλά μια κοινότητα υλικών όρων και προσδιορισμών και στο βαθμό που αυτοί οι υλικοί όροι εκφράζονται με την μία ή την άλλη μορφή , θα υπάρχει και το έθνος. Ενα έθνος είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Τα χαρακτηριστικά που το απαρτίζουν αλλάζουν καθημερινά -γεννιούνται και πεθαίνουν Τα ίδια τα "χαρακτηριστικά" του έθνους -οι αντιλήψεις, η γλώσσα κλπ- αλλάζουν. Το "έθνος", όπως και κάθε ζωντανός οργανισμός που βρίσκεται διαρκώς κάτω από την διαδικασία του μετασχηματισμού, δεν "χωράει" στην τυπική λογική. Ούτε όμως και στα διάφορα «διαλεκτικά» σχήματα που κατασκεύασαν κατά καιρούς οι «καντιανοί» φορμαλιστές της αριστεράς.
Το ίδιο δεν μπορεί ακριβώς να διατυπωθεί με το έθνος-κράτος. Το τελευταίο αλλάζει χαρακτήρα. Π.χ σήμερα αποδυναμώνεται σε παραγωγική βάση, ενισχύει όμως τα κατασταλτικά του χαρακτηριστικά. Με την βοήθεια και των αντιτρομοκρατικών δομών με ηγεσία την νέα Ρώμη , τις ΗΠΑ. Αλλά σε τελευταία ανάλυση αυτό πραγματοποιείται στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Είναι δύσκολο το έθνος-κράτος να μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει στην παγκοσμιοποιημένη κοινότητα της πρώτης φάσης του κομμουνισμού. Το ίδιο δεν ισχύει απόλυτα για την εθνοτική ταυτότητα. Οι εθνoτικές ταυτότητες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα συνεχίσουν να συντροφεύουν την ανθρώπινη κοινότητα μέχρι την ανώτερη, καθολικοποιημένη κομμουνιστική κοινότητα. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό.
Με την γλώσσα του Β.Α. Βαζιούλιν και της «Λογικής της Ιστορίας»: «Η ανάδειξη της λογικής της ιστορίας επιτρέπει την θεώρηση της ιστορικής διαδικασίας ως αντιφατικής πορείας βαθμιαίου μετασχηματισμού των κατ’ εξοχήν φυσικών (γεωγραφικών, οικολογικών, κλιματολογικών, βιολογικών κ.λ.π.) δεσμών σε καθ’ εαυτώ κοινωνικούς,…Στην πορεία αυτή συγκροτούνται, ανασυγκροτούνται, μετασχηματίζονται, αλληλεπιδρούν, είτε ακόμα και εξαλείφονται ποικίλα μορφώματα και κατηγοριοποιήσεις του πληθυσμού…..Οι ταξικοί σχηματισμοί συνιστούν διαβαθμίσεις αλληλεπίδρασης - μετασχηματισμού της κοινότητας από την ιδιωτική ιδιοκτησία, μέχρι την ουσιαστική «άρση» της πρώτης, όταν η δεύτερη αποκτά αντίστοιχη του εαυτού της βάση (κεφαλαιοκρατία), οπότε και οι τάξεις αποκτούν την πλέον ανεπτυγμένη μορφή τους. Σε αυτούς τους σχηματισμούς μορφοποιητικό διαρθρωτικό ρόλο διαδραματίζουν εναλλασσόμενες στον ιστορικό χώρο και χρόνο πληθυσμιακές ομάδες - ιστορικές κοινότητες: αγέλες - γένη - φυλές - λαοί - εθνοτικές (ethnic) ομάδες – έθνη...»
Κατά συνέπεια η σύγχρονη αριστερά, εάν επιθυμεί να παίξει σημαίνοντα ρόλο στον 21ο αιώνα θα πρέπει να μελετήσει διαλεκτικά το εθνικό ζήτημα στην ολότητα του και να ερευνήσει σε βάθος την σχέση του με την κυρίαρχη αντίθεση κεφάλαιο-εργασία. Ιδιαίτερα σε μια ιστορική στιγμή όπου η «απουσία άμεσα ορατής και συνεγείρουσας προοπτικής (στην κατεύθυνση της επαναστατικής απελευθέρωσης - χειραφέτησης της ανθρωπότητας) ωθεί στο επίπεδο της καθημερινής συνείδησης σε προσφυγή σε (αυθεντικά ή επίπλαστα) αρχέγονα, παραδοσιακά και κατά το δυνατόν άμεσα αντιληπτά και δεδομένα ερείσματα - κριτήρια ομαδοποιήσεων, αντιπαλοτήτων, εντάξεων και αποκλεισμών. Αυτή η εν πολλοίς ασυνείδητη προσφυγή στο (συχνά απρόβλεπτο και λόγω του υπερβάλλοντος ζήλου των κονδυλοφόρων) παρελθόν, συνιστά και υπαρξιακή ανάγκη επιβίωσης μέσω «συλλογικών εγωισμών» (ψευδοσυλλογικότητες) σε συνθήκες εκ πρώτης όψεως ανυπέρβλητης κυριαρχίας του αδυσώπητου ανταγωνισμού, σε μια κατακερματισμένη και σπαρασσόμενη από αντιφάσεις ανθρωπότητα (βλ. ιδεολογήματα περί εθνικών δικαίων και ζωτικών συμφερόντων, περί «συγκρούσεως πολιτισμών» τύπου Σ. Χάντικτον).»
Στην αρχή του 21ου αιώνα δυο τάσεις συγκρούονται ανοικτά. Η τάση υποταγής της Αμερικάνικη παγκοσμιοποίηση και η τάση της υπεράσπισης των εθνικών χαρακτηριστικών και κρατών απέναντι στην παγκοσμιοποίηση Η τάση αφομοίωσης στο δυτικό τρόπο ζωής και η τάση της αυτόνομης έκφρασης διαφορετικών πολιτισμικών και θρησκευτικών στοιχείων. Φυσικά η δεύτερη τάση γεννιέται ως άρνηση και απάντηση της κυρίαρχης τάσης, που είναι η τάση της παγκοσμιοποίησης. Ενώ η σύγκρουση των δυο τάσεων δεν μπορεί να δοθεί αυτόνομα από τις γεωπολιτικές ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Ιδιαιτερα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Νοτίου Αμερικής.
Ένα είναι το σίγουρο, ο Ανατολικός και ο Νότιος άνεμος έχουν ανεβάσει τον πήχη της αντιπαράθεσης με το παγκόσμιο καπιταλιστικό πλέγμα, ενώ η «Ευρώπη» πρέπει να αναδείξει τον άλλο χειραφετικό λόγο, για να μην εκπέσει στην κατηγορία των «μη-ιστορικών λαών», πιστός ακόλουθος του παγκόσμιου αυτοκράτορα, των ΗΠΑ. Που μοιάζει με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, στην αρχή της παρακμής της.
Την ίδια στιγμή, η αποεδαφικοποίηση του κεφαλαίου και της εργασίας διαρρηγνύει τις δομές του έθνους κράτους και του διαφωτιστικού μοντέλου. Αποδομώντας τις κατακτήσεις των αστικών επαναστάσεων. Μεταφορτώνοντας την γη σε ένα σε ένα παγκόσμιο στρατόπεδο συγκέντρωσης . Πως εξελίσσεται η σχέση εθνικού- ταξικού σε αυτές τις συνθήκες;; Αυτό είναι ένα ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει με κάθε σοβαρότητα και διαλεκτική επάρκεια μια σύγχρονη επαναστατική αριστερά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

Ιωάννινα 21/3/07

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Κ. ΜΑΡΞ- «Κεφάλαιο» –Σύγχρονη Εποχή
2. Κ. ΜΑΡΞ -«Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», Σύγχρονη Εποχή- 2000
3. ΜΑΡΞ- Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ –«Γερμανική ιδεολογία»- Gutenberg- 1979
4. ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ- «Σύγχρονη Εποχή»
5. Β. Ι. ΛΕΝΙΝ- «Τελευταία γράμματα και άρθρα»-Σύγχρονη Εποχή-1982
6. Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ –«Τα Βαλκάνια και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13»- θεμέλιο- 1993
7. Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ – «Ο Πόλεμος και η Τετάρτη διεθνής»- αλλαγή-1984
8. Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ- «Η θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού και τα καθήκοντα της Τετάρτης διεθνούς.(Το Μεταβατικό πρόγραμμά)»- Αλλαγή- 1985
9. Ε.ΜΑΝΤΕΛ- «Εισαγωγή στον Μαρξισμό»-Εργατική Πάλη –2001
10. ΜΙΣΕΛ ΛΕΒΙ –« Το εθνικό ζήτημα»- Στάχυ – 1993
11. L. και A. Chabry, «Oι Μειονότητες , Εθνικές και Θρησκευτικές στη Μέση Ανατολή». Αθήνα, Θετίλη 1987
12. Μ.ΧΑΡΝΤ- Α. ΝΕΓΚΡΙ- «Αυτοκρατορία»-scripta- 2002
13. TONI NEGRI– «Το πλήθος και η Μητρόπολη» Ελευθεριακή Κουλτούρα- 2003
14. GIORGIO AGAMBEN –«Homo sacer Κυριαρχία και γυμνή ζωή»- scripta-2005
15. Μ. ΜΑΖΑΟΥΕΡ- «Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής»-Αλεξάνδρεια-1994
16. Φ.ΧΑΛΛΙΝΤΑΙΗ – «Η Αραβία χωρίς σουλτάνους» -Στοχαστής-1984
17. Φ.ΦΑΝΟΝ-«Της γης οι κολασμένοι» -Κάλβος-1982
18. ΝΙΚΟΣ ΣΒΟΡΩΝΟΣ-« Το Ελληνικό Έθνος- Γέννηση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού»- Πόλις -2004
19. ΝΙΚΟΣ ΨΥΡΟΥΚΗΣ- «Το εθνικό ζήτημα»- Αιγαίον- κουκίδα –2003
20. ΝΙΚΟΣ ΨΥΡΟΥΚΗΣ – «Αραβικός κόσμος και ελληνισμός»-Αιγαίον Λευκωσία –1992
21. Π ΝΟΥΤΣΟΣ – «Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος»- Ελληνικά Γράμματα-2006.
22. ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ- «Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο»- Πόλις – 2005
23. ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΦΗΚΑΣ –«Πόλεμος και Ειρήνη στην στρατηγική του ΚΚΕ 1945-49»- Φιλίστωρ
24. ΜΑΡΙΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ-«Αιρετικές Διαδρομές- ο ελληνικός τροτσκισμός και ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος»- Φιλίστωρ-2001
25. «ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ 4Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» - Εργατική Πάλη- 2005
26. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ –«Πόλεμος των Χωρικών και Κοινωνική Επανάσταση»-ΛΕΩΝ –2003
27. ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΜΠΟΛΑΡΗΣ-«Αντίσταση Η Επανάσταση που χάθηκε» - Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο- 2002
28. «Ο Άρης στη Λαμία»- Φιλίστωρ-2006
29. «Μύθοι και πραγματικότητα την εποχή της παγκοσμιοποίησης Διεπιστημονική προσέγγιση» Πατάκη-2003
30. ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ «Καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης» Futura- 2005


περιοδικά
ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ – Θεωρητικό πολιτικό περιοδικό της κε του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος- τ1 Νοέμβρης 1995

23/9/07

ΜΕ ΤΟ ΜΕ.Ρ.Α ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ



Οι εκλογές της Κυριακής είναι ώρα ευθύνης για όλους μας.
Είναι η ώρα που θα αποφασίσουμε εάν επιλέξουμε αυτές τις
πολιτικές δυνάμεις, όπως είναι οι δυνάμεις της ΝΔ, του
ΠΑΣΟΚ και του ΛΑΟΣ, που στηρίζουν με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο το υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα . Ένα σύστημα που
παράγει την εκμετάλλευση ανθρώπου από τον άνθρωπο, την
καταλήστευση των φυσικών και ενεργειακών πόρων και την
καταστροφή του περιβάλλοντος, στο όνομα του κέρδους των
λίγων και των ισχυρών σε εθνικό και διεθνικό πλαίσιο.
Ή από την άλλη να επιλέξουμε δυνάμεις, που αδυνατώντας
να δούνε πέρα από το καπιταλιστικό σύστημα αγωνίζονται
να το καλυτερέψουν, στοχεύοντας να μειώσουν τις άδικες,
την εκμετάλλευση και την μόλυνση του περιβάλλοντος.

Ή από την άλλη να επιλέξουμε δυνάμεις, που αδυνατώντας
να δούνε πέρα από το καπιταλιστικό σύστημα αγωνίζονται
να το καλυτερέψουν, στοχεύοντας να μειώσουν τις άδικες,
την εκμετάλλευση και την μόλυνση του περιβάλλοντος.

Τέτοιες δυνάμεις είναι το ΣΥΡΙΖΑ που βάζει το ζήτημα
μιας κοινωνίας που ο άνθρωπος και το περιβάλλον θα είναι
πάνω από τα κέρδη και όχι μιας κοινωνίας που δεν
υπάρχουν θα κέρδη και ζημίες, μόνο ανάγκες και
δικαιώματα για την μεγάλη μάζα των ανθρώπων. Δηλαδή
βάζει ζήτημα μιας μεταρρύθμισης του καπιταλιστικού
συστήματος, μια πολιτική πρόταση που είναι πολύ πιο πίσω
και από το όραμα του σταδιακού μετασχηματισμού της
κοινωνίας της παλαιάς σοσιαλδημοκρατίας στο 20ο αιώνα .
Τέλος νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ξεμπερδέψει με
κυβερνητικές και διαχειριστικές αντιλήψεις, απεναντίας
το κινηματικό πλαίσιο είναι το αναγκαίο στήριγμα των
κυβερνητικών επιδιώξεων που με τέχνη υφαίνει η ηγεσία
του μεγαλύτερου από τα κόμματα που απαρτίζουν το ΣΥΡΙΖΑ,
δηλαδή η ηγεσία του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ.

Αντίστοιχα το ΚΚΕ συνεχίζει να υπερασπίζεται το ιστορικά
αποτυχημένο σύστημα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ως
μοντέλο μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, κατανοώντας
την δυνατότητα μιας άλλης κοινωνικής συγκρότησης με
όρους ιδεολογικούς, και συναισθηματικούς και όχι με τους
όρους ανάδειξης των δυνατοτήτων που απορρέουν από την
σημερινή ανάπτυξη των υλικών όρων ζωής και παραγωγής.
Αυτό το μετατρέπει σε ένα φοβικό πολιτικό φορέα που
περιχαρακώνει τις δυνάμεις του απέναντι σε αριστερές και
ανατρεπτικές αντιλήψεις που ερευνούν τις δυνατότητες για
μια επαναστατική και κομμουνιστική επαναθεμελίωση με
βάση τις σύγχρονες εξελίξεις στο τομέα της επιστήμης,
της τεχνολογίας της φιλοσοφίας. Αγωνιζόμενο για μια θολή
«λαϊκή οικονομία» που μπερδεύει την λογική της
αναδιανομής του πλούτου με την λογική της οικονομικής
ανάπτυξης, τοποθετώντας την στο μακρύ μέλλον, ως κάτι το
μεταβατικό προς το σοσιαλισμό.

Ή τέλος να επιλέξουμε ανάμεσα από μια πλειάδα μικρών
αριστερών σχηματισμών που αγωνίζονται για την ανατροπή
αυτού του συστήματος. Πολιτικοί σχηματισμοί, που παρόλο
την μικρή εκλογική τους δύναμη έχουν αξιόλογη και
αξιοθαύμαστη κοινωνική αναφορά και συμμετοχή και είναι
μπροστά στους κοινωνικούς αγώνες, όπως το περσινό κίνημα
των φοιτητών και των εκπαιδευτικών.

Αξιολογώ πως οι δυνάμεις της «άλλης αριστεράς», όπως
λέγονται, έπρεπε στην υπάρχουσα συγκυρία να δοκιμαστούν
στην μάχη των εκλογών ενωμένες, στην βάση ενός αναγκαίου
αντικαπιταλιστικού -αντιιμπεριαλιστικού προγράμματος,
που θα έβλεπε το σήμερα και το χτες με τις ανάγκες του
αύριο. Κάτι τέτοιο δυστυχώς δεν επιτεύχθηκε και τα κύρια
αιτία της αποτυχίας βρίσκονται στην στρατηγική
ανεπάρκεια και της «άλλης αριστεράς», κάτι που έχει ως
αποτέλεσμα σε πολλά ζητήματα, με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο, να λειτουργούν οι δυνάμεις της "άλλης αριστεράς"
συμπληρωματικά με την κυρίαρχη κοινοβουλευτική αριστερά.


Επομένως είναι αναγκαίο στις εκλογές να ενισχυθεί αυτός
ο πολιτικός φορέας της «άλλης αριστεράς» που δεν μένει
μόνο στην κομματική αναφορά για την ανάγκη μιας
πραγματικής αριστεράς, στην μισή αντίσταση ή στην
ενίσχυση των αγώνων, αλλά με επίμονη όπως και με
αντιφάσεις, πως θα μπορούσε διαφορετικά, συνδυάζει το
επίπεδο των αγώνων και της αντίστασης με το στρατηγικό
ζήτημα μιας κομμουνιστικής, απελευθερωτικής προοπτικής
με εργαλεία το αντικαπιταλιστικό μέτωπο-πόλο και ένα νέο
μάχιμο εργατικό κίνημα που θα υπερβαίνει τον εκφυλισμό
της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και την κομματική περιχαράκωση του ΠΑΜΕ.

Αυτός ο πολιτικός φορέας είναι το ΜΕΤΩΠΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ
ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ(ΜΕ.Ρ.Α), που θεωρεί πως οι αγώνες των λαών ,
των εργαζομένων και της νεολαίας μπορεί να νικήσουν,
μόνο εάν ξεκαθαριστεί με σαφήνεια η προοπτική μιας
κοινωνικής συγκρότησης που οι παραγωγοί του κοινωνικού
πλούτου θα αυτοδιοικούνται παραγωγικά, κοινωνικά και
πολιτικά . Με στόχο την παγκόσμια αναδιανομή του πλούτου
που θα συνδυάζει την εξάλειψη της φτωχιάς και της
εκμετάλλευσης με την προστασία του περιβάλλοντος, στην
βάση μιας επαναστατικής αλλαγής του παραγωγικού -
καταναλωτικού προτύπου και τρόπου ζωής. Στην κατεύθυνση
μιας παγκόσμιας κοινωνίας των ολοκληρωμένων
προσωπικοτήτων.


Wednesday, September 12 2007

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥΣ


Sunday, July 15 2007

Το ό,τι βρισκόμαστε σε μια εποχή που κάθε τι γύρω μας
μπαίνει στο στόχο του κεφαλαίου δεν είναι και μεγάλη
ανακάλυψη. Το ό,τι το πολυεθνικό κεφάλαιο αλλάζει τους
όρους του ελεύθερου ανταγωνισμού και στην πόλη μας με
την δημιουργία πολυκαταστημάτων αλλά κα με την όλο και
ασφυκτικότερη πίεση για την πλήρη απελευθερωτή του
ωραρίου λειτουργίας της αγοράς και πάλι δεν θα
καταπλήξουμε τους αναγνώστες με την «σοφία» μας.
Έτσι κι αλλιώς το περασμένο Σάββατο όλοι μας ζήσαμε ή
μάθαμε την συντονισμένη προσπάθεια να μην εφαρμοστεί το
καλοκαιρινό κλείσιμο της αγοράς. Μια συντονισμένη
προσπάθεια από μερίδες του μεγάλου ντόπιου εμπορικού
κεφαλαίου με την βοήθεια και των ΜΜΕ, που συμπαρέσυρε
και μεγάλο τμήμα των μικρών και μεσαίων επαγγελματιών να
ενισχύσει τις λογικές της απελευθέρωσης της αγοράς. Μιας
αγοράς που οι εργοδότες δεν θα έχουν υποχρεώσεις και οι
εργαζόμενοι δικαιώματα. Μια ενέργεια που θα διαλύσει
ολοκληρωτικά τα ωράρια και τις ζωές των εργαζόμενων και
των μικρών αυτοαπασχολούμενων επαγγελματικών που θα
τρέχουν πίσω τις υποχρεώσεις σε τράπεζες, βρισκόμενος
από την ανατολή έως την δύση του ηλίου στα καταστήματα
τους περιμένοντας την πελατεία, κατά βάση εργαζόμενους
και αυτοί που δεν θα τους περισσεύουν τα λεφτά για να
ψωνίσουν. Πρόκειται για ένα «νέο θαυμάσιο κόσμο» που ο
καθένας θα μετράει την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά με
τα «βαλάντια» που μπορεί να ξοδέψει, δίχως πραγματικά
ελεύθερο χρόνο να την αφιερώσει στους δικούς του και
στον εαυτό του.


Τα χειρότερο από όλα είναι πως αυτή την κατάσταση όχι
μόνο την γνωρίζεται αλλά ακόμη χειρότερα ως ένα βαθμό τα
έχετε αποδεχτεί. Παρόλο που είναι στο χέρι σας και μόνο
σε αυτό να την αλλάξετε. Και πως θα μπορούσε να γίνει
διαφορετικά. Το ΕΚΙ, το σωματείο εμποροϋπάλληλων, τα
κόμματα της ριζοσπαστικής και διαχειριστικής αριστεράς
εκεί που θα έπρεπε να ξεκινήσουν μια πολύμορφη καμπάνια
για την διατήρηση, αλλά και την επέκταση της 5μερης
λειτουργίας της αγοράς στα μικρά και τα μεγάλα
καταστήματα χειμώνα –καλοκαίρι, που θα περιόριζε
το χωρο της αγοράς στο να «καταπίνει»τα πάντα , περί
άλλον τυρβάζουν. «Και με τις θέσεις εργασίας που θα
χαθούν , ή που δεν θα δημιουργηθούν τι θα γίνει»;;, ο
αντίλογος της νέας τάξης πραγμάτων.
Η λύση το ίδιο απλή και ξεκάθαρη που φαντάζει ουτοπική.
¶μεση και αυστηρή(δίχως ευελιξία) εφαρμογή του 5μερου-
7ωρου-35ωρου παντού καθολικά. Ένα γεγονός που θα λύσει
άμεσα και ριζικά το πρόβλημα της ανεργίας. Ενώ μπορούνε
μέσω των κοινωνικών φορέων που το πρώτο και το τελευταίο
λόγο θα τον έχουν τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα να
δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας στους τομείς της
δημόσιας- κοινωνικής πρόνοιας, αλληλοβοήθειας, παιδείας
και έρευνας. Φυσικά αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με
γενναία αύξηση των κατώτερων μισθών και μεροκάματων με
βάση τα «1400 ευρω το μήνα για όλο το λαό» , όπως
ανάδειξε το μαχητικό κινημα των εκπαιδευτικών.
Το ζητούμενο είναι να βγούμε από το δίκτυ που εχει
υφάνει η εξουσία του κεφαλαίου για να εγκλωβίσει και να
φυλακίσει τις πολύμορφες δυνατότητες που έχουμε ως
παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου. Για αυτό το λόγο όμως
πρέπει να είμαστε απόλυτα ρεαλιστές. Απέναντι στην
ολοκληρωτική καπιταλιστική εξουσία πρέπει να προτάξουμε
την πολιτική και κοινωνική εξουσία των ελεύθερων
συνεταιρισμένων παραγωγών. Και εάν αυτό μοιάζει ουτοπικό
είναι γιατι είμαστε ακόμη σκυφτοί και δεν κατανοούμε την
δύναμη που κατέχουμε. Δύναμη να καταστρέψουμε αυτόν τον
κόσμο που καταστρέφει ανθρώπους , σχέσεις και φύση στο
όνομα του κέρδους. Δύναμη να κτίσουμε ένα διαφορετικό
κόσμο πραγματικών ανθρώπινων σχέσεων που θα βασίζεται
στην οικονομική- κοινωνική και πολιτική ισότητα και
ελευθερία. Όπου ο κοινωνικός πλούτος θα μοιράζεται σε
αυτούς που τον παράγουν.
Αυτό φυσικά δεν πρόκειται να συμβεί ύστερα από την
χειροτέρευση όλων των υλικών όρων παραγωγής και
αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης που μέσω μιας
σχηματικής αντίληψης μπορει να οδηγήσει στην εξέγερση
των καταπιεσμένων. Απεναντίας μπορεί να συμβεί μέσα από
την ουσιαστική καλυτέρευση των υλικών όρων ζωής που θα
προέρθει μέσα από τα ίδια νικηφόρα κινήματα της
εργατικής τάξης και των σύμμαχων της. Οποτε η ολόθερμη
υπεράσπιση και διεύρυνση της 5μερης λειτουργίας της
αγοράς στα μικρά και τα μεγάλα καταστήματα χειμώνα
–καλοκαίρι είναι ένα αναγκαίο βήμα για την
δημιουργία ενός «από τα κάτω» μαχητικού κινήματος που θα
συσπειρώνει εργαζόμενους, αυτοαπασχολούμενους και
καταναλωτές. Τμήμα ενός πραγματικά νέου εργατικού
κινήματος , που θα αντικαταστάσει το σημερινό
εκφυλισμένο και αντικειμενικά ανύπαρκτο εργατικό κίνημα.



ΜΕΤΩΠΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ


Σε μια εποχή όπου αναπτύσσονται νέες και πρωτόγνωρες
παραγωγικές δυνάμεις ικανές να απελευθερώσουν ή να
καταστρέψουν το ανθρώπινο είδος γεννιούνται ερωτήματα
για τα καθήκοντα των δυνάμεων που μιλάνε στο όνομα της
αριστεράς και της κοινωνικής χειραφέτησης. Για αυτό
είναι πολύ σημαντική η πρωτοβουλία του ΝΑΡ να ανοίξει
ένας σοβαρός διάλογος για την αριστερά της εποχής μας.
Μια ευκαιρία που θα πρέπει ως ριζοσπαστική αριστερά να
την εκμεταλλευτούμε. Στα πλαίσια του διάλογου ας μου
επιτραπεί να τοποθετηθώ στο ζήτημα της κοινής δράσης,
του αντικαπιταλιστικού πόλου και της κομμουνιστικής
επαναθεμελίωσης.

Α) Οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών
απέδειξαν πως η νικηφόρα κινηματική προοπτική
οικοδομείται μέσα από αμεσοδημοκρατικές
διαδικασίες(γενικές συνελεύσεις-συντονιστικά- επιτροπές
αγώνα), εντός κοινών πλαισίων δράσης- από τα αριστερά
της σοσιαλδημοκρατίας έως τους αντιεξουσιαστικούς
κύκλους- και όχι μέσα από λογικές μικροϊδιοκτησίας και
ηγεμονισμού. Ενταγμένη στην στρατηγική αντίληψη της
αυτοαπελευθέρωσης της εργατικής τάξης και των
καταπιεσμένων. Φυσικά αυτό δεν συνεπάγεται την διάχυση
των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στους
κινηματικούς τόπους, απεναντίας επιβάλλεται η συγκρότηση
και το δυνάμωμα των ριζοσπαστικών αριστερών
συσπειρώσεων. Μία ανάλογη λογική πρέπει να διέπει και
την μάχη των εκλογών, όπως έδειξε και η πολύ καλή
παρουσία των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στις
δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Έτσι σήμερα είναι
αναγκαία, η ενωτική παρέμβαση του συνόλου των δυνάμεων
της ριζοσπαστικής αριστεράς. Μια πρωτοβουλία που πρέπει
να ξεκινήσει μέσα από διαδικασίες βάσης. Σίγουρα μια
ενωτική παρέμβαση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής
αριστεράς στις εκλογές δεν μπορεί να ταυτιστεί με την
δημιουργία του αντικαπιταλιστικού πόλου. Αλλά θέλουμε,
δεν το θέλουμε, σε ένα σημαντικό βαθμό εμπεριέχεται.

Β) ο αντικαπιταλιστικός πόλος δεν μπορεί παρά να είναι
ένας ανοικτός και αμεσοδημοκρατικά οργανωμένος τόπος σε
διεθνές-εθνικό και τοπικό επίπεδο όπου πολιτικές
δυνάμεις και ρεύματα σε διαλεκτική αλληλεπίδραση,
συγκροτούνται σε πολιτικό σώμα με στόχο να
ισχυροποιήσουν την τάση εξόδου του κόσμου της ζωντανής
εργασίας από τον κόσμο της βιωμένης αλλοτρίωσης και
εκμετάλλευσης. Φυσικά μέσα σε αυτή την διαρκώς
εξελισσόμενη διαλεκτική σπείρα, επαναστατική πρωτοπορία
κάθε φορά θα είναι οι οργανωμένες δυνάμεις που
δυναμώνουν την τάση χειραφέτησης με στόχο τον διαρκή
επαναστατικό μετασχηματισμό. Μέσα στον αντικαπιταλιστικό
πόλο θα γεννηθούν οι δυνάμεις της κομμουνιστικής
επαναθεμελίωσης που θα συνδεθούν με τους υλικούς όρους
της εποχής μας, απελευθερώνοντας με αυτό τον τρόπο τις
επαναστατικές παραδόσεις των καταπιεσμένων από τις
«παραδόσεις των νεκρών» που τις εκφύλισαν. Εμπεριέχοντας
και υπερβαίνοντας τον μαρξισμό και τον λενινισμό.
Οικοδομώντας την κομμουνιστική διεθνιστική προοπτική του
21ου αιώνα.

Γ) Η κομμουνιστική επαναθεμελίωση και προοπτική
εμπεριέχει δυο διαλεκτικά αλληλεξαρτούμενες πορείες :1)
Ένα πραγματικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη
πραγμάτων: Που συνεπάγεται την παραγωγή συλλογικών χώρων
όπου το πολιτικό σώμα της ζωντανής εργασίας θα
δημιουργεί το νέο απελευθερωτικό πρόταγμα και πολιτισμό.
Κοινότητες άρνησης και σύγκρουσης με τον άκαρδο κόσμο
του κεφαλαίου, άλλα και θετικής υπέρβασης του υπάρχοντος
κόσμου. Μια μακροχρόνια και πολλές φορές επίπονη
διαδικασία που είναι δυνατό να οδηγηθεί στην συνολική
επαναστατική ρήξη σε μια σειρά από χώρες ή και σε όλο το
κόσμο. Που μπορεί να οδηγήσει στην οικοδόμηση
αντι-«κρατικών» μεταβατικών μορφωμάτων σε
εθνικό-διεθνικό επίπεδο. Μορφώματα όπου η πολιτική
οικονομική και εξουσία θα την κατέχουν συλλογικά οι
παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου. Ανοίγοντας το δρόμο
στην αταξική κοινωνία. Μπορεί πάλι ο δρόμος προς την
αταξική κοινωνία να αποκτήσει ιστορικά ανέκδοτες
διαδρομές. Απόρροια της υπερανάπτυξης νέων παραγωγικών
δυνάμεων και της εμφάνισης στα σπλάχνα της
υστεροκαπιταλιστικής κοινωνίας, κομμουνιστικών σχέσεων
παραγωγής.
2) Την οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας: Φυσικά η
θετική υπέρβαση του υπάρχοντος κόσμου σε παγκόσμια
κλίμακα δεν θα είναι μια γραμμική διαδικασία από το
κατώτερο στο ανώτερο. Τα πράγματα και εδώ θα κινούνται
διαλεκτικά. Ο κομμουνισμός θα έχει και αυτός ποιοτικά
άλματα, ρήξεις και υποχωρήσεις καθώς δεν είναι υλιστικό
να θεωρούμε πως η κομμουνιστική κοινωνία θα αποδείξει
τέλεια αρμονία ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις των
ανθρώπινων όντων.

Το μέλλον είναι ανοικτό και απρόβλεπτο και δεν
γνωρίζουμε ποτέ και εάν φτάσουμε σε αυτή την ανώτερη
φάση ιστορικής εξέλιξης ή εάν η καπιταλιστική
βαρβαρότητα καταστρέψει τον πλανήτη. Εξάλλου όσο καλά
και εάν ξέρουμε τις αρχικές συνθήκες δεν μπορούμε να
προβλέψουμε την εξέλιξη των πραγμάτων καθώς είναι η
διαρκή πάλη των αντίθετων που καθορίζει την εξέλιξη τους
και όχι οι νομοτέλειες των ντετερμινιστικών συμπάντων.

Δεν είναι πολιτικά σώφρων «να δίνουμε συνταγές
μαγειρικής για το μέλλον». Είναι πολιτικά ορθό όμως στην
τακτική – στρατηγική μιας νέας κομμουνιστικής
αριστεράς να δημιουργηθούν οι όροι μιας δημοκρατικής
οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα της
ζωής, στοχεύοντας την ριζική ανακατανομή του πλούτου-
εξουσίας και γνώσης προς όφελος των καταπιεσμένων.
Αντανακλώντας, από τα σήμερα την προοπτική μιας
αντικρατικής παγκόσμιας κοινωνίας όπου «η ελεύθερη
ανάπτυξη του καθενός είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη
ανάπτυξη όλων μας». Και σε αυτό πρεπει να φανούμε
συνεπείς.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ
Friday, May 11 2007

ΚΙΝΗΜΑ, ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΕΣ



Είναι γνωστό πως από το περσινό Μάη έως το φετινό Πάσχα
την ελληνική κοινωνία συντάραξε το πρωτοφανές κίνημα
στην εκπαίδευση που η συντακτική του δύναμη παρήγαγε τις
αντίστοιχες υλικές και συμβολικές εξουσίες του. Υλικές
και συμβολικές εξουσίες πρωτόγνωρες για την κινηματική
άπνοια των 15 ετών που όμως εν τέλει δεν κατάφεραν να
επηρεάσουν καθοριστικά την συντακτική και θεσμίζουσα
δύναμη των υποτελών τάξεων, που αρνήθηκαν να πάρουν μια
ξεκάθαρη σχέση αλληλέγγυα με τα αγωνιζόμενα πλήθη.

Και ως ένα σημείο δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Η
κυρίαρχη ιδεολογία ήταν και θα παραμείνει καταθλιπτικά
ηγεμονική για μακρό ακόμη διάστημα. Και εάν αυτή η
καπιταλιστική ηγεμονία μπορεί να σπάσει ως ένα βαθμό
εντός των κινηματικών πεδίων είναι σχεδόν αδύνατο να
σπάσει στο πεδίο των εκλογικών μαχών, όπου το πρώτο και
τον τελευταίο λόγο τον έχουν οι κυρίαρχες τάξεις και τα
πολιτικά επιτελεία τους.

Κατά συνέπεια είναι άτοπο οι αριστερές δυνάμεις να
μιλάνε για την εκλογική μάχη λες και είναι η συνέχεια
των κινημάτων και του πεζοδρομίου. Και να προσπαθούνε να
φέρουν τα προϊόντα των συλλογικών κινηματικών
διαδικασιών σε μια διαδικασία εξατομίκευσης, όπως είναι
η επιλογή υποψηφίου, εν ήδη εμπορεύματος. Το κίνημα δεν
μπορεί και δεν πρέπει να διαμεσολαβείτε στις κάλπες. Η
εκλογική διαδικασία έχει αλλά χαρακτηριστικά και η
συμμετοχή της αριστεράς σε αυτές αποκτάει περισσότερο
τακτικά και μεταβατικά χαρακτηριστικά παρά στρατηγικά.
Ας δούμε πια.

Η αριστερά από την φύση της είναι μια δύναμη ανατροπής
που έχει ως στόχο την συνολικοποίηση των αγώνων των
υποτελών τάξεων στην κατεύθυνση της εξόδου από την
κοινωνία της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης. Δεν
μπορεί να έχει ως στόχο να εκπροσωπήσει τους αγώνες των
υποτελών τάξεων στο κοινοβούλιο ή σε μια κυβέρνηση
διαχείρισης της κοινωνίας της εκμετάλλευσης και της
αλλοτρίωσης. Ούτε όμως μπορεί να μιλάει η αριστερά για
μια μετακαπιταλιστική κοινωνία με όρους ιδεολογικούς,
συναισθηματικούς και θυμικούς αλλά με όρους ανάδειξης
των δυνατοτήτων που απορρέουν δυνητικά από την σημερινή
ανάπτυξη των υλικών όρων ζωής και παραγωγής. Με την
ανάδειξη αυτών των «πραγμάτων που[ως πλήθος]κατέχουμε
ήδη», όπως λέει και ο Νέγκρι και Χαρτ στην περίφημη
«Αυτοκρατορία».

Αυτή όμως η αριστερά που με επιστημονικό τρόπο θα
αναδεικνύει τις πρωτόγνωρες για την ανθρώπινη ιστορία
δυνατότητες και με βάση αυτές θα αγωνίζεται για την
συνολικοποίηση των αγώνων των υποτελών τάξεων θα πρέπει
να είναι ανοικτή, δημοκρατική, αντικρατική, διεθνιστική,
κομμουνιστική που σημαίνει επινοητική, παραγωγική και
υβριδική και όχι καθαρή, δογματική, εθνοκεντρική και
σεχταριστική.

Μια αριστερά που θα είναι ο«ηγεμόνας» που «οφείλει να
μην φέρει κανένα βάρος …ως προς την διαμόρφωση της
συγκυρίας μέχρι την στιγμή που θα αναλάβει δράση. Μόνο
έτσι θα ακουστεί πολιτικά το αίτημα που φέρει ως ακριβώς
αίτημα νεο , ως αίτημα που συμπυκνώνει διαθέσεις και
προσδοκίες που δεν λειτουργούσαν μέχρι τα τότε
πολιτικά», όπως μας λέει ο φιλόσοφος Α. Μπαλτάς για τον
Μακιαβέλι και τον Αλτουσέρ. Όπως ήταν για την εποχή τους
όλα τα μεγάλα επαναστατικά κινήματα προτού γίνουν
κατεστημένα και εκφυλιστούν.

Σίγουρα αυτή η αριστερά δεν υπάρχει και μπορεί για μακρό
χρονικό διάστημα να μην υπάρξει. Όποτε αυτό που μένει να
κάνει η υπαρκτή αριστερά είναι να βοηθήσει την τάση του
κομμουνισμού, δηλαδή την τάση της ανατροπής και της
επινοητικότητας να εκφραστεί στο σήμερα Και αυτό μπορεί
να γίνει μόνο με την παραγωγή κοινών τόπων και πεδίων
συνάντηση πολιτικών συλλογικοτήτων. Μια απόπειρα
υβριδοποίησης των στρατηγικών και τακτικών διακηρύξεων
μέσα από την συνειδητή παρέμβαση του κόσμου του αγώνα
και όχι μέσα από τις συναντήσεις και τα αλισβερίσια των
μικρών ή μεγάλων πολιτικών γραφείων.

Δηλαδή μέσα από την επινόηση και την θεμελίωση μιας
πολιτείας που το πρώτο και το τελευταίο λόγο θα το έχει
ο κόσμος του αγώνα παράγωντας τις αντίστοιχες εξουσίες.
Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει στο μέλλον μια επικίνδυνη
αντικαπιταλιστική αριστερά χρήσιμη στην προοπτική της
παραγωγής ενός πραγματικού κινήματος που θα άρει την
καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Ο δρόμος ακόμη μακρύς και
κάθε μάχη σημαντική αρκεί να ενισχύει την συνάντηση των
αριστερών δυνάμεων, των σωμάτων της ζωντανής εργασίας,
και των νέων , ιστορικά πρωτόγνωρων, δυνατοτήτων

Thursday, August 02 2007
γιατί "Είμαστε όλοι φτιαγμένοι από υλικά ονείρων…"
γιατί ουτοπία δεν είναι το αδύνατο αλλά η δυνατότητα


"Δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα φέρουν το φως.
Είμαστε όμως εκείνοι που θα θυμίζουμε πάντα
πως το σκοτάδι δεν είναι μόνο και ανίκητο"
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Loading...
Loading...